Τρίτη 18 Αυγούστου 2020

ΤΟ ΛΑΧΕΙΟ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΣΚΟΥΡΛΗ ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΤΑΙΝΙΩΝ ΤΟ ΤΥΧΕΡΟ ΜΑΣ



ΤΟ ΛΑΧΕΙΟ


ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ Νο 1
Σκηνικό Ιταλία σε μια μεγάλη πλατεία με ένα πανέμορφο συντριβανάκι. Έχει φώτα πολλά και είναι ένα μήνα πριν τα Χριστούγεννα και όλα είναι στολισμένα.
Πρόσωπα τρία (3): Ένας άνδρας μια γυναίκα και η κόρη τους που έχει σήμερα γενέθλια 20 χρόνων, ο άνδρας Έλληνας και η γυναίκα του επιτυχημένοι επιχειρηματίες στην Ιταλία και στην Ελλάδα. Πηγαινοέρχονται στην Ελλάδα να βλέπουν τους δικούς του είναι στην Πάτρα της γυναίκας του και σε ένα ορεινό χωριό στο Μέτσοβο του ανδρός.
Πως βρέθηκαν μαζί; Πως είναι επιτυχημένοι σε αυτή τη νεαρή ηλικία και με μια πανέμορφη κόρη στην Ιταλία. Είναι γιατί και οι δυο κερδίσανε το Λαχείο!

Σκηνή
Κόρη Ανδριάννα του λέει: Σήμερα που έχω τα γενέθλια μου θέλω ένα δώρο που μου είχατε πει όταν ήμουν μικρή ότι θα μου δώσετε σήμερα.
Ο πατέρας: Ναι, θα στο δώσουμε, τι πιστεύεις ότι είναι;
Ανδριάννα: Δε ξέρω, μήπως θα πάμε να μείνουμε στην Ελλάδα;
Μαμά Ειρήνη: Αν θέλεις κόρη μου να πάμε στη Πάτρα να πάμε και εμείς πάλι θα ερχόμαστε εδώ για τις δουλειές μας.
Ανδριάννα: Δεν ξέρω ακόμα τι θέλω γιατί έχω εδώ και το Πανεπιστήμιο, τους φίλους μου. Αυτό που θέλω είναι το δώρο μου που μου έχετε τάξει. Εντάξει πάμε στο αυτοκίνητο, το έχω πάρει μαζί μου.
Πηγαίνουν στο αυτοκίνητο και ο Γιάννης, πατέρας βγάζει ένα κουτί με μια τούρτα από έξω. Το δίνει στην Ανδριάννα και της λέει: Πάμε στο Κέντρο γιατί κάνει κρύο.
Σκηνή σε ένα πανέμορφο κέντρο Restaurant – Cafe. Ένα τραπέζι στολισμένο με όμορφα λουλούδια και μια πανέμορφη τούρτα διώροφη που γράφει «Να τα Εκατοστήσεις Ανδριάννα». Η Ανδριάννα παίρνει ένα κουτί που έχει απέξω μια τούρτα και μέσα τι έχει; Καθίστε λέει ο Γιάννης. Φωνάζει το μαιτρ, ανάβει τη τούρτα και λένε το τραγούδι με μουσική του Κέντρου και οι γονείς της μαζί. Σβήνει τα κεράκια και της εύχονται και τη φιλούν, να την χαίρονται με καλές σπουδές και ότι την αγαπούν πολύ και να μην το ξεχάσει όταν διαβάσει το ημερολόγιο, που είναι το δώρο που της κάνουν.
Η Ανδριάννα σερβίρει την τούρτα και είναι πολύ καλή και ευχαριστεί, ανοίγει το άλλο κουτί. Έχει μέσα ένα ημερολόγιο. Είναι ένα μεγάλο ημερολόγιο και το ανοίγει. Έχει μέσα και άλλο ένα, είναι δύο. Δυο ημερολόγια, ένα του πατέρα της και ένα της μητέρας της. Α! έκπληξη δεν περίμενα τέτοιο δώρο να μου κάνετε σήμερα. Τι γράφει; Τι γράφει; ρωτάει με παιδικότητα και αθωότητα μαζί. Τι γράφει της λέει η μητέρα της θα τα διαβάσεις, νομίζουμε ότι σήμερα έπρεπε να στα δώσουμε και αυτό κάναμε. Σας ευχαριστώ που θα διαβάσω προσωπικές στιγμές σας και θα σας μάθω πιο πολύ. Πως ήσαστε και εσείς στην ηλικία μου ή σκεφτόσαστε, τι κάνατε και το κυριότερο πως από την Πάτρα και το Μέτσοβο βρεθήκατε στην Ιταλία με τις επιχειρήσεις σας που μας κάνουν να ζούμε τόσο άνετα.
Θυμάμαι ότι μου λέγατε ότι μια μέρα και οι δύο ότι κερδίσατε το Λαχείο για να διαβάσω είναι αλήθεια; Αλήθεια είναι το Λαχείο της ζωής μας σε πολλούς τομείς. Να, ότι είμαστε εδώ μαζί με τη μητέρα σου και εσένα είναι ένα μεγάλο Λαχείο που έχει μέσα πολύ Αγάπη. Αλλά μέχρι εδώ λέει ο πατέρας της. Θα διαβάσεις τα άλλα μόνη σου. Η Ανδριάννα τους αγκάλιασε και τους φιλά και σφίγγει στην αγκαλιά της τα ημερολόγια το ΔΩΡΟ της.
Σκηνή
Επάνω στο πλοίο η Ανδριάννα πάει στη Πάτρα με τους γονείς της για τα Χριστούγεννα. Είναι στο σαλόνι μαζί με τα ημερολόγια. Θα τα διαβάσει μέχρι να φτάσουν, ευκαιρία είναι. Έτσι το πλοίο ξεκινά για Πάτρα, ου-ου σφυρίζει…
Σκηνή
Γύρισμα ταινίας. Όλο το συνεργείο ετοιμάζει. Σκηνοθέτης, σεναριογράφος, ηθοποιοί. Όλοι έξω από τη φυλακή στο Κορυδαλλό.
Έχουν άδεια μπαίνουν μέσα σε κάποιο σημείο και σε πτέρυγα που δεν θα ενοχλούν το όλο σύστημα εκεί. Γύρω – γύρω φυσικά αρκετοί αστυνομικοί παρακολουθούν τα γυρίσματα και προσέχουν για όλα. Το συνεργείο είναι έτοιμο, οι ηθοποιοί το ίδιο. Σκηνοθέτης και παραγωγός έτοιμοι.
Πάμε, λέει ο σκηνοθέτης. Γυρίζουμε ΦΩΤΑ. Και η κλακέτα ακούγεται.
Σκηνή
Ο πρωταγωνιστής είναι άνδρας γύρω στα τριάντα (30) κούκλος, Γιάννης. Η φυλακή σήμερα το βράδυ έχει μια γιορτή. Όλοι οι φυλακισμένοι από ελαφριά αδικήματα όπως χρέη στο δημόσιο ή η δουλειά που δεν πήγε καλά και έχει πάρει δάνεια.
Αυτοί που έχουν δείξει και καλή διαγωγή, ο διευθυντής της πτέρυγας που τους κάνει τη γιορτή λόγο καλής συμπεριφοράς και αρκετής δουλειάς που κάνουν. Έτσι το σκηνικό είναι γιορτινό, οι φυλακισμένοι, οι φύλακες και το προσωπικό από τη κουζίνα και την τραπεζαρία είναι όλοι εκεί.
Σκηνή στην κουζίνα
Ένας φύλακας ο μπάρμπα – Τάσος καλός, απλός φέρνει κάτι τσάντες από το σπίτι του. Τις βάζει σε ένα ντουλάπι, έχουν Coca Cola λέει, στον Γιάννη τις κοιτά, το ένα μπουκάλι είναι λίγο άλλο χρώμα σαν χαλασμένη Coca Cola, το ανοίγει, το μυρίζει και είναι ουίσκυ. Χαμογελά γιατί θα του είναι όλα εύκολα να αποδράσει…
(σκηνή τραπεζαρία) Όλοι τρώνε, τραγουδάνε και εύχονται να περάσει γρήγορα ο καιρός και να πάνε πίσω στην οικογένεια τους.
Σκηνή στην κουζίνα, ο μπάρμπα – Τάσος ο φύλακας όλο πηγαίνει στο ντουλάπι που έφερε τη Coca Cola και βάζει στο ποτήρι του. Του αρέσει το ουίσκυ και σήμερα δεν μπορούσε να το αποχωριστεί στη γιορτή αφού όλα είναι ασφαλή, θα πιεί και λίγο παραπάνω. Όλα τα παραπάνω έγιναν πολύ. Ο Γιάννης τον παρακολουθεί γιατί ο μπάρμπα – Τάσος έχει τα κλειδιά της πίσω πόρτας της φυλακής που μπαίνουν οι φύλακες. Είναι ένα μικρό πορτάκι και μόνο εκείνοι έχουν τα κλειδιά που πάνε και έρχονται στη δουλειά τους. Το πορτάκι είναι κοντά σε ένα σημείο που βγάζουν και τα σκουπίδια από την κουζίνα.
Σκηνή τραπεζαρία. Ο μπάρμπα – Τάσος δεν νιώθει πολύ καλά και λέει πάει λίγο να ξεκουραστεί στη κουζίνα. Ο Γιάννης του λέει «έλα θα σε βοηθήσω εγώ πάμε λίγο στο ιατρείο να σου δώσω κάποιο αναλγητικό, μπορεί να έχεις καμιά ίωση». Ο Γιάννης ξέρει ότι είναι έτσι από το ουίσκυ και έχει μεθύσει. Έτσι τον παίρνει από το μπράτσο και τον πάει στη κουζίνα. Τον βάζει σε ένα καναπέ και του λέει «πάμε να σου φτιάξω ένα καφέ». Σε ευχαριστώ Γιάννη μου, θα μου κάνει καλό γιατί πρέπει να οδηγήσω να πάω σπίτι μου. Μείνε ήσυχος του λέει ο Γιάννης, πάω να το φτιάξω. Ο Γιάννης μέχρι να γυρίσει με τον καφέ ο μπάρμπα – Τάσος είχε κοιμηθεί. Τότε βάζει το χέρι του μέσα στην τσέπη του παίρνει τα κλειδιά της φυλακής από το πορτάκι και το μπουφάν του από τη κρεμάστρα που έχει μέσα και τα κλειδιά του αυτοκινήτου του μπάρμπα – Τάσου. Φορά το μπουφάν, το καπελάκι και τρέχει προς τη κουζίνα που σε λίγο θα βγει στο πορτάκι. Παίρνει και κάτι σακούλες με σκουπίδια μια και πάει να μην κινήσει την υποψία, ψηλά στους φύλακες, που ο ένας φύλακας φεύγει νωρίς. Έχουν ενημερωθεί για τη γιορτή αλλά δεν δίνουν πολύ σημασία γιατί όλοι οι άνδρες εκεί είναι ακίνδυνοι, θα περάσει λίγο ο καιρός και θα φύγουν έτσι γιατί να το σκάσει κάποιος.
Ο Γιάννης έξω πάει προς το πορτάκι φτάνει, βάζει το κλειδί ανοίγει και βγαίνει έξω. Κλείνει πάλι τη πόρτα, κλειδώνει και πάει στο αυτοκίνητο του φύλακα που ξέρει πιο είναι από το μπάρμπα – Τάσο που του είχε πει. Έτσι φτάνει στο αυτοκίνητο το ανοίγει, μπαίνει μέσα και βάζει μπρος. Με το μπουφάν και το καπέλο του φύλακα είναι ίδιος. Ανάβει τα φώτα και φεύγει. Φεύγει προς το δρόμο της ελευθερίας. Το αυτοκίνητο σε κάποιο σημείο σταματά. Ο Γιάννης βγαίνει έξω πετά το καπέλο ψηλά, πιάνει το πρόσωπο του με τα δυο του χέρια, είναι χαρούμενος που τα κατάφερε, βγάζει το μπουφάν, παίρνει το καπέλο από κάτω το βάζει στο αυτοκίνητο το κλείνει και φεύγει τρέχοντας με τα πόδια. Είναι κοντά στο λιμάνι του Πειραιά.
Σκηνή. Μπαίνει σε ένα πλοίο που φεύγει για κάποιο νησί. Θα μάθει μέσα, τώρα το μόνο που θέλει είναι να φύγει.
Σκηνή. Στο πλοίο ο Γιάννης μέσα πάει στο μπαρ παίρνει ένα καφέ. Τότε πάει ένας νεαρός από το συνεργείο και του λέει: «Μήπως θέλεις νερωμένη κόκα κόλα του μπάρμπα – Τάσου;».
STOP φωνάζει ο σκηνοθέτης όλα καλά παιδιά. Είμαι πολύ ευχαριστημένος, πηγαίνετε να ξεκουραστείτε μέχρι να φτάσουμε στο νησί.

Ελευθερία Σκουρλή
28.11.2007











ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ Νο 2

Το καράβι φτάνει στο νησί. Ο κόσμος κατεβαίνει. Το συνεργείο ξεκινά γύρισμα, όλα έτοιμα. Πάμε λέει ο σκηνοθέτης…Ο Γιάννης κατεβαίνει από το πλοίο κοιτάζει δεξιά, αριστερά που να πάει, σε λίγο θα ξημερώσει και θέλει να πάρει και κάποιες προφυλάξεις για τους αστυνομικούς, μήπως έχουν την φωτογραφία του και τον τσακώσουν πάλι. Προχωρά προς το δρόμο που έχει μπαράκια έχουν ακόμα πελάτες από το βράδυ Έλληνες, ξένοι διασκεδάζουν.
Σκηνή μπαράκι
Πηγαίνει σε ένα που δεν έχει πολύ κόσμο. Παραγγέλνει ένα ποτό. Το πίνει και σκέφτεται τι θα κάνει. Η ματιά του πέφτει στο απέναντι τραπέζι. Μια κυρία στα διπλά του χρόνια πίνει και καπνίζει και τον κοιτά. Ο Γιάννης νιώθει αμηχανία αλλά το βλέμμα και το θάρρος της κυρίας τον κάνει να την κοιτά και αυτός.
Σκηνή
Εκείνη παίρνει το ποτό της και τα τσιγάρα της και πάει κοντά του. Γειά σου αγόρι του λέει. Με λένε Μαίρη αν θέλεις μου λες και το δικό σου και κάθομαι μαζί σου να σε κεράσω και ένα ποτό.
Σκηνή 2 στο τραπέζι του Γιάννη.
Γιάννη με λένε κάθισε αν θες και θα’ θελα ένα τσιγάρο να με κεράσεις γιατί μου έχουν λείψει και έχεις και ξένα.
Μαίρη: Είμαι Ιταλίδα, έρχομαι από μικρή στην Ελλάδα και ξέρω καλά τα ελληνικά. Αλλά τσιγάρα φέρνω μαζί μου κούτες όπως λες και εσύ να μη μου λείψουν. Μάλιστα σε τέτοιους καιρούς όταν είμαι και στεναχωρημένη…
Γιάννης: Γιατί είσαι στεναχωρημένη, σου ‘πεσαν τα καράβια σου έξω;
Μαίρη: Όχι το καράβι μου είναι στο λιμάνι, αν θέλεις πάμε εκεί να μου κάνεις παρέα, να σε κεράσω και καφέ αφού δεν θέλεις άλλο ποτό.
Γιάννης: Δηλαδή έχεις καράβι δικό σου;
Μαίρη: Ναι, ένα κότερο που πηγαινοέρχομαι στην Ιταλία και στην Ελλάδα. Καλό σκαρί θα σου άρεσε.
Γιάννης: Αν κρίνω από την κυρία που το έχει, που είναι τόσο όμορφη καλό θα’ ναι και αυτό.
Μαίρη: Σε ευχαριστώ για το κοπλιμέντο αλλά τι να τη κάνεις την ομορφιά αφού είμαι μόνη και σε λίγο καιρό θα πάρω και διαζύγιο με τον άντρα μου. Έλα πάμε τώρα του λέει.
Σκηνή
Ο Γιάννης και η Μαίρη φεύγουν και περπατώντας φτάνουν στο κότερο.
Σκηνή στο κότερο
Είναι τεράστιο το κότερο της Μαίρης, μπαίνουν μέσα έχει προσωπικό η Μαίρη, καπετάνιο, καμαρώτους.
Πηγαίνουν στο σαλόνι είναι πανέμορφο. Ο Γιάννης πρώτη φορά μπαίνει σε κότερο και τόση πολυτέλεια. Η Μαίρη παραγγέλνει καφέδες και ο Γιάννης σκέφτεται ότι καλύτερη κρυψώνα από εκεί δεν θα έβρισκε. Η τύχη του χαμογελά. Έρχονται οι καφέδες, πίνουν και η Μαίρη του λέει ότι νιώθει μόνη και της αρέσει και ότι θα’θελε όσο καιρό είναι στην Ελλάδα να περάσουν μαζί. Είναι ολοφάνερο ότι θέλει σχέση με το Γιάννη.
Γιάννης: θα’ θελα να μείνω και εγώ λίγο καιρό στο νησί να δουλέψω γιατί δεν έχω χρήματα, σε κανένα μπαράκι.
Μαίρη: Δεν χρειάζεται να δουλέψεις σε μπαράκι. Έχω εγώ εδώ δουλειά αν θες στο κότερο και αν σου αρέσει και γίνεις το αγόρι μου τότε θα έχεις πολλά χρήματα και ρούχα και διασκέδαση, διάλεξε.
Γιάννης: μου αρέσεις αρκετά και μου αρέσει και όπως τα λες ανοικτά ότι με θέλεις εσύ με τόσα λεφτά και χλιδή που θα μπορούσα να έχω καλύτερο για να μην σε θέλω και εγώ.
Μαίρη: Εντάξει η συμφωνία εκτελείται, φιλαράκια και σε λίγο εραστές του λέει και τον πιάνει από το χέρι. Και τον πάει σε ένα υπνοδωμάτιο. Ο Γιάννης χαζεύει μόνο σε έργα αυτά που βλέπει και δεν περίμενε να του συμβεί.
Ο Γιάννης σπούδασε καμεραμάν.
Γιάννης: Αλλά δεν είχα ακόμα την τύχη να βρω ακόμα δουλειά.
Μαίρη: Τη βρήκες τώρα κοντά μου του λέει.
Γιάννης: Τι θα κάνω θα πάρω το κότερο με κάμερα.
Μαίρη: Ναι, θα τραβάς εμένα σε διάφορα μέρη που θα πηγαίνουμε, σε νησάκια, όμορφες ακρογιαλιές, μπορείς να τραβάς ότι θέλεις.
Γιάννης: Σε ευχαριστώ από το να είμαι σε μπαράκι καλύτερα μαζί σου, άλλωστε θα έχω και μια φίλη ενώ στο μπαράκι θα είμαι μόνος και μόνος θα έμενα. Ξέρεις κάτι αρχίζω να σε συμπαθώ, νιώθω ότι είσαι καλός άνθρωπος και κοντά σου θα περάσω καλά.
Μαίρη: Και εγώ το ίδιο του λέει και πάει κοντά του και τον φιλά. Και ο Γιάννης ανταποκρίνεται είναι αρκετά όμορφη, έξυπνη και τέτοιες ώρες είναι ότι πρέπει να είναι μαζί της. Και κανείς δεν θα τον βρει μέχρι να εφαρμόσει το σχέδιο που έχει και γι’αυτό βγήκε από τη φυλακή. Έτσι περνά ένα πρωινό μαζί με την Μαίρη και όταν ξυπνούν έχει βραδυάσει. Ο Γιάννης έχει ξεκουραστεί.
Σκηνή τραπεζαρία
Και η Μαίρη του λέει να πάνε στη τραπεζαρία να φάνε. Εκεί ο καμαρώτος σερβίρει και όλα είναι πολύ όμορφα.
Μαίρη: Τι λες θα βγούμε το βράδυ σε κανένα μπαράκι ή θέλεις να κάνουμε καμιά βόλτα με το κότερο;
Γιάννης: Ας βγούμε λίγο έξω το έχω ανάγκη, θέλω να δω κόσμο.
Μαίρη: Ότι θέλεις, να ψωνίσουμε ρούχα, παπούτσια και ότι θέλεις.
Γιάννης: Αυτό που θέλω το πιο κύριο είναι ένα μαγιώ ακόμα ο καιρός είναι καλός να κάνω μπανάκια.
Μαίρη: Ναι, ναι ότι θέλεις.
Έτσι το βράδυ η Μαίρη με το Γιάννη είναι στο κοσμοπολίτικο νησί μέσα στο κόσμο κάνουν ψώνια. Ο Γιάννης την είχε αγκαλιά, είναι χαρούμενος γιατί όλα αυτά μέσα στην φυλακή του είχαν λείψει. Και σαν νεαρός μετά το σχολείο πήγε στη σχολή σπούδασε καμέραμαν και τόσα χρόνια δεν μπόρεσε να βρει δουλειά.
Μαίρη: Γιάννη αν νομίζεις ότι θέλεις και άλλα πες μου.
Γιάννης: Όχι είναι αρκετά πάμε να κάτσουμε να πιούμε κάποιο ποτό και να μιλήσουμε για σένα.
Σκηνικό
Στο μπαράκι το ζευγάρι πίνει το ποτό του. Μαίρη για πες μου για σένα από πού είσαι, τι δουλειά κάνεις βέβαια αν θέλεις. Γιάννη ναι θα σου πω.
Σκηνικό στο Μέτσοβο. Το συνεργείο ετοιμάζεται για το γύρισμα της σειράς. Σκηνοθέτης…παντού παιδιά ευχαριστημένα πρέπει να’στε από την παραγωγή και νησί και βουνό όλα τα έχουμε. Όλοι λένε ναι καλά είναι περνάμε ωραία. Λοιπόν έτοιμοι τους λένε, πάμε λέει ο σκηνοθέτης.
Ένας φούρνος τον έχουν οι γονείς του Γιάννη. Ο πατέρας του, η μητέρα του και ο παππούς. Ο Γιάννης μπαίνει μέσα να βοηθήσει. Καλώς το παιδί μου του λέει η μάνα του ήρθες να με βοηθήσεις να πάει ο μπαμπάς σου να κοιμηθεί λίγο γιατί είναι από τη νύκτα εδώ.
Γιάννης. Να μητέρα βοηθάω αλλά όπως ξέρεις πρέπει να πάω στην Αθήνα να βρω δουλειά, σπούδασα κάτι σαν νέος και εγώ και θέλω να δουλέψω σαν κάμεραμαν σε κάποιο κανάλι.
Ναι αγόρι μου, να πας αν νομίζεις ότι θα βρεις δουλειά και θα βγάζεις λεφτά εμείς εδώ θα τα καταφέρουμε μόνοι μας, να ο παππούς θα έρχεται πιο πολύ για να βοηθάει και αυτός τον εγγονό του. Τι λέει ο παππούς θα έρθει να βοηθήσει Γιάννη μου. Παππούς, ναι κόρη μου θα έρχομαι γιατί ο εγγονός μου έχει και το όνομα μου να γίνει μεγάλος και τρανός.
Γιάννης: Παππού σε ευχαριστώ δεν θα γίνω μεγάλος και τρανός από τη δουλειά αλλά θα κάνω αυτό που μου αρέσει.
Ο μπαμπάς: Να πας Γιάννη μου, πάω και εγώ τώρα για ύπνο να ξεκουραστώ και θα τα ξαναπούμε.
Σκηνικό
Ο Γιάννης εξυπηρετεί τον κόσμο που ο καθένας του λέει τα δικά του, άλλος για λίγη σύνταξη, άλλος για τα προβλήματα του, άλλος για το φούρνο. Ο Γιάννης κάνει ένα τηλεφώνημα σε ένα θείο του στην Αθήνα ότι θα πάει να μείνει για λίγες ημέρες για να βρει δουλειά.
Θείος: Να έρθεις παιδί μου θα σε περιμένω.
Σκηνικό
Ο Γιάννης φτάνει Αθήνα και αρχίζει να πηγαίνει σε διάφορα κανάλια και αφήνει ένα βιογραφικό για τη δουλειά του.
Σκηνικό σε κάθε κανάλι. Reception. Μιλάει με τη γραμματέα λέει τι δουλειά κάνει και δίνει το φάκελο.

Σκηνικό
Διαφημιστικές, εταιρεία σκηνικό δίνει το βιογραφικό του στη γραμματέα. Σε πόσο καιρό θα μου απαντήσετε ρωτάει ο Γιάννης.
Γραμματέας: Σε λίγο καιρό δεν ξέρουμε, ξαναπεράστε πάλι.
Ο Γιάννης φεύγει από την εταιρεία. Σπίτι θείου μετά από δύο μήνες.
Ο θείος του: Τι έγινε Γιάννη μου με τη δουλειά;
Γιάννης: Τίποτα ακόμα και οι γονείς μου ρωτάνε και σε σένα γίνομαι βάρος. Θα φύγω σε λίγες ημέρες. Θα νοικιάσω ένα σπιτάκι.
Θείος: Και που θα βρεις τα λεφτά;
Γιάννης: Θα πάρω κάτι δάνεια που δίνουν οι τράπεζες και πιστεύω ότι σε λίγο καιρό θα βρω και τη δουλειά.
Θείος: Όπως θέλεις παιδί μου αλλά μήπως είναι καλύτερα αφού δεν σου έχει απαντήσει να πας στο χωριό να περιμένεις, και όταν σου απαντήσουν έρχεσαι.
Γιάννης: Όχι θείε, έχω σκεφτεί να φτιάξω και κάτι…..μόνος μου να του δείξω τη δουλειά μου γιατί μόνο με το βιογραφικό δεν νομίζω να κάνω δουλειά.
Θείος: Και λεφτά…
Γιάννης: Θα πάρω τα δάνεια που σου είπα και θα πάρω κάμερα και κάποια μηχανήματα που θέλω. Θα βάλουν και ο πατέρας μου εγγύηση το φούρνο του έτσι θα μου τα δώσει η τράπεζα τα λεφτά.
Θείος: Και αν πάλι δεν σε πάρει κανείς τι θα γίνει με τα δάνεια πως θα τα ξεχρεώσεις;
Θα με πάρουν λέει ο Γιάννης έχω σκεφτεί κάτι που δεν το έχει κάνει άλλος μέχρι τη Βουλή θα πάω και θα βρω δουλειά.
Θείος: Μακάρι γιατί αν δε σε πάρουν, θα πάρουν το φούρνο του πατέρα σου και τότε ούτε ψωμί δεν θα’χετε αφού οι γονείς σου δεν έχουν κάτι άλλο σε χωριό.
Γιάννης: Όχι θείε, δεν θα πάρουν το φούρνο του μπαμπά μου σε περίπτωση που τα χάσω καλέ υπάρχει και η φυλακή.
Θείος: Μη το λες παιδάκι μου και με φοβίζει, άστα και φύγε γρήγορα για το Μέτσοβο.
Γιάννης: Εδώ θα μείνω έδωσα τόσα λεφτά για σπουδές και τώρα να γίνω φούρναρης.
Θείος: Καλύτερα φούρναρης παρά σε φυλακή. Με όλα αυτά τα νιώθω που λες.
Γιάννης: Σκηνικό μαζεύει τα πράγματα του. Έχει νοικιάσει σπίτι, έχει πάρει δάνειο και μηχανήματα για τα βίντεο που θα κάνει.

Σκηνικό σε τράπεζα
Σπίτι καινούριο
Μαγαζιά με μηχανήματα


Γιάννης σκηνικό σε κανάλι
Στη γραμματέα «έφερα ένα βιογραφικό είμαι καμεραμάν».
Γραμματέας: Αφήστε θα το δώσω.
Γιάννης: Πότε θα μου απαντήσετε;
Γραμματέας: Όχι δεν ξέρω θα σας ενημερώσουμε.
Σκηνικό
Ο Γιάννης φεύγει από το κανάλι είναι καμεραμάν. Πείνασε και εκεί δίπλα είναι ένα σουβλατζίδικο πάει και παίρνει δυο σουβλάκια. Κάθεται σε ένα τραπεζάκι, παίρνει και μια μπύρα.
Σκηνικό σε σουβλατζίδικο.
Έξω εκεί είναι ένας κάδος σκουπιδιών, μια καθαρίστρια και έβαλε χαρτιά, σκουπίδια από το κανάλι, ο Γιάννης είναι εκεί και βλέπει. Πω,πω σκουπίδια λέει…φεύγει αφού πληρώνει και παίρνει το δρόμο που είναι και ο κάδος σκουπιδιών. Έχουν πέσει έξω μερικά χαρτιά τα κοιτά έτσι περνώντας και τότε βλέπει εκεί ανάμεσα στα άλλα και ο δικός του φάκελος είναι κλειστός. Σκύβει τον παίρνει, τον κοιτά και νομίζει ότι έχει γίνει κάποιο λάθος και πετάχτηκε. Αλλά αφού κοιτά τη σακούλα βλέπει και άλλους φακέλους κλειστούς με διάφορα ονόματα. Ανοίγει έναν και διαβάζει είναι αίτηση για πρόσληψη από ένα αγόρι που ζητά δουλειά, είναι δημοσιογράφος. Ανοίγει άλλον, το ίδιο μια κοπέλα σαν ηχολήπτης, αμέσως καταλαβαίνει ότι τζάμπα περιμένει και όπου έκανε αίτηση θα έχει πάει στα σκουπίδια. Παίρνει όλους του φακέλους που είναι πεταμένοι και φεύγει.

Σκηνικό
Στο σπίτι του ανοίγει την πόρτα και μπαίνει μέσα. Από κάτω έχουν έρθει όλοι οι λογαριασμοί και πιο πολύ από την τράπεζα που στο δάνειο έχουν μαζευτεί πολλές δόσεις. Το ίδιο και τα ενοίκια και οι δόσεις από τα μηχανήματα που έχει αγοράσει. Τα βάζει στο τραπέζι έχει σκεφτεί να φτιάξει ένα video clip για το εθνικό ύμνο της Ελλάδας. Έτσι κάτι φτιάχνει μόνος του για να δείξει την δουλειά του και γράφει πάλι μια αίτηση, παίρνει και ένα δώρο μια κουκουβάγια για τη Πρόεδρο και την βάζει σε ένα φάκελο και τα πάει στη Βουλή στη πρόεδρο. Της γράφει να πάρει αγκαλιά τον εθνικό ύμνο και να τον πάει στους Ολυμπιακούς Αγώνες στην Κίνα.

Σκηνικό στη Βουλή
Ζητάει να δώσει τα φάκελο και τον οδηγούν στο γραφείο του προέδρου. Κοιτά γύρω – γύρω δεν έχει ξαναπάει. Είναι πανέμορφα, νιώθει να συγκινείται γιατί εκεί έχουν περάσει τόσος κόσμος και η ιστορία της Ελλάδας, γι’αυτό έφτιαξε και τον εθνικό ύμνο.
Σκηνικό
Γραφείο προέδρου, πολλές κυρίες εκεί των καλωσορίζουν και τον ρωτάνε τι θέλει.
Γιάννης: Θέλω να δώσω αυτό το φάκελο στη κυρία πρόεδρο.
Κυρίες αμέσως φωνάζουν τη γραμματέα της. Παίρνει το φάκελο και του λέει ότι θα τον δώσει γιατί τώρα λείπει.
Γιάννης: Ευχαριστώ να σας πάρω τηλέφωνο αν το έχετε δει;
Γραμματέας Προέδρου: Όχι, δεν χρειάζεται θα τον δώσουμε, μείνετε ήσυχος.
Γιάννης: Γειά σας, τότε θα πάρω αύριο να μάθω περίπου τι λέει.
Η γραμματέας και οι άλλες κυρίες που είναι πολύ ευγενικές, τρώνε κάτι γλυκάκια μεταξύ τους γιατί ποιος είναι ο Γιάννης για να πάρει γλυκάκια. Άγνωστος μεταξύ αγνώστων…που λένε ο Άγνωστος Στρατιώτης.

Σκηνικό
Ο Γιάννης με τον φρουρό που τον έχει συνοδέψει από την πόρτα. Φεύγουν για την έξοδο. Στην πόρτα ο Γιάννης του δίνουν κάτι φυλλάδια με τη Βουλή των Ελλήνων. Να πάρω από όλα λέει. Ναι λέει η κοπελιά, η αστυνομικός που είναι εκεί, πάρε όσα θέλεις. Έτσι αφού ξαναπαίρνει την ταυτότητα που έχουν κρατήσει εκεί, παίρνει και τα φυλλάδια παραμάσχαλα και φεύγει. Νιώθει χαρούμενος που επισκέφθηκε την Βουλή και πήγε και ένα μεγάλο γύρο που νομίζει εκείνος, video clip με τον εθνικό ύμνο.

Σκηνικό σε θείο του
Στο σπίτι τρώνε και του λέει τα νέα ότι ακόμα ψάχνει και περιμένει.
Θείος του: Νομίζω αγόρι μου ότι πρέπει να φύγεις και όταν είναι θα σε ειδοποιήσουν στο Μέτσοβο, να μην πληρώνεις ενοίκια και έξοδα.
Γιάννης: Δεν γίνεται θείε πρέπει να περιμένω μήπως γίνει κάτι.
Κάνε ότι θέλεις του λέει, ο θείος του. Φάε τώρα το φαγητό σου. Καλέ να πάω και κανένα ταξιδάκι μέχρι το Μέτσοβο να φέρω και λίγο ψωμάκι δικό μας, να δω και τον παππού που παραπονιέται ότι έφυγες και δεν τον παίρνεις και τηλέφωνο να σε ακούσει.
Γιάννης: Να του πεις ότι τον αγαπώ και ότι τρέχω και δεν προλαβαίνω. Και σε λίγο καιρό θα πάω να τους δω αφού παραπονιέται και οι γονείς μου που δεν έχουν πάρει.
Τον χαιρετάει τον θείο του και φεύγει.
Την άλλη μέρα το μεσημέρι παίρνει τηλέφωνο στη Βουλή να δει αν πήρε ο Πρόεδρος το video clip.
Η Γραμματέας: Ναι του τον έδωσα τώρα επειδή ξέρεις έχει πολύ δουλειά. δεν ξέρω πότε θα το δει και θα το διαβάσει αλλά εντάξει είναι στο γραφείο της μαζί και η όμορφη κουκουβάγια που έφερες.
Γιάννης: Το σκέφτηκα γιατί είναι το πουλί της σοφίας. Χαίρομαι που σας άρεσε και επειδή μου λέτε ότι σας άρεσε θα σας πάρω και σε εσάς ένα δώρο.
Ευχαριστώ, λέει η γραμματέας. Το έχω δει από τα μπιμπελό σε μια έκθεση. Γειά σας και τελειώνει το τηλέφωνο.
Ο Γιάννης πάει στο κατάστημα με τη κουκουβάγια και παίρνει για τη γραμματέα ένα άλλο δώρο με το ίδιο ακριβό υλικό με τα λεφτά που του έχουν μείνει. Το στέλνει ταχυδρομικά, περνούν λίγες ημέρες και παίρνει τηλέφωνο να δει αν το πήρε. Η γραμματέας μην ανησυχείτε. Ευχαριστώ δεν έχω όμως νεότερα για την εργασία σου κλπ. Μην ανησυχείς θα σε δει κάποια στιγμή.
Σε ευχαριστώ, λέει ο Γιάννης.
Ο Γιάννης θα περιμένει άλλωστε έχουμε καιρό για τους Ολυμπιακούς Αγώνες που ξέρεις μπορεί να γίνει το video και να βρει δουλειά.
Φθινόπωρο…έχουν γίνει εκλογές και ο Γιάννης τηλεφωνεί για να μάθει νέα. Εκεί έχουν αλλάξει κάποια πράγματα του λένε. Η γραμματέας έχει μεταφερθεί και η κυρία πρόεδρος σε άλλο γραφείο αφού τώρα είναι άλλη πρόεδρος στη Βουλή.
Γιάννης με γραμματέα σε τηλέφωνο
Τι έγινε τελικά το έγγραφο μου που μου είχατε πει ότι θα μπει στην βιβλιοθήκη να περάσω να το δώσω.
Γραμματέας: Ξέρεις χάθηκε τώρα, μη στεναχωριέσαι η κυρία πρόεδρος πάει και το έριξε για ανακύκλωση στα σκουπίδια όπως τα παλιά χαρτιά.
Γιάννης: Μα μου είπατε ότι θα μπει στην Βιβλιοθήκη.
Ναι αλλά τώρα αλλάξανε εδώ και πετάχτηκαν από τη κυρία πρόεδρος γιατί υπήρχε πολύ σαβούρα.
Γιάννης: Σαβούρα ο εθνικός ύμνος μου;
Γραμματέας: Ξέρετε λυπάμαι πολύ αλλά δεν ξεχωρίζουμε, έπρεπε να μετακομίσουμε και έτσι πάει και αυτό.
Γιάννης: Στεναχωριέμαι αλλά αφού έγινε έτσι τι να κάνουμε στείλτε μου ένα fax ότι έγινε αυτό έτσι γιατί κρατάω αρχείο.
Ναι θα σας το στείλω…
Πήρε πολλές φορές τηλέφωνο για το fax , δεν ήρθε ποτέ άρα δεν θα έρθει και από την κυρία πρόεδρο θα πετάχτηκε. Έτσι ο Γιάννης λέει δεν πειράζει, έτσι είναι τα πράγματα αφού δεν έχει μέσον όλα στα σκουπίδια θα πηγαίνουν.

Σκηνικό στη Βουλή
Βγάζει κάτι φωτογραφίες έτσι για να θυμάται το πέρασμα του από εκεί. Σκέφτηκε να κάτσει κάτω και να κλάψει αλλά με αυτά που γίνονται θα μπει φυλακή από τα χρέη. Γιατί είναι θέμα ημερών αφού η τράπεζα έχει στείλει τα χαρτιά. Όμως λέει όχι, δεν θα κλάψω εδώ είναι η Βουλή των Ελλήνων έχουν περάσει δυνατοί Έλληνες με πολλές μπόρες, από την αρχαιότητα έτσι και αυτός θα ακολουθήσει το νόμο θα πληρώσει τα χρέη του αλλά δεν θα κλάψει ποτέ.
Σκηνικό
Έτσι μετά από μια απλή δίκη φυλακίζεται για τα χρέη και περνά τη πόρτα της φυλακής.
Σκηνικό στη φυλακή
Κοιτά γύρω του, πίσω του νιώθει περίεργα που έφτασε εδώ. Μια δουλειά ήθελε δεν έκλεψε, δεν πείραξε κανέναν. Παρακαλούσε μόνο για δουλειά.
Σκηνικό στην πόρτα της φυλακής
STOP φωνάζει ο σκηνοθέτης, παιδιά πολύ καλό. Ο Γιάννης του λέει πρέπει να μας αρέσει πρώτα εμάς και μετά θα αρέσει και στον κόσμο. Αλλά κύριε σκηνοθέτα σε βλέπω, σε ακούω, όλα σου αρέσουν. Έτσι να κάνουμε αφού είναι πολύ δυνατό το έργο. Πάμε για ξεκούραση γιατί πρωί – πρωί γυρίζουμε όλοι στο σπίτι μας.
Ο Γιάννης γυρίζει κοιτά τα παιδιά και λέει εγώ κερνάω σουβλάκια πάμε; Πάμε λένε όλοι.

Σκηνικό πρωί στο κότερο
Ο Γιάννης ξυπνά και λέει στο καμαρώτο να του φέρει καφέ, κάθεται σε ένα τραπέζι διαβάζει κάτι εφημερίδες. Δεν λένε τίποτα για την απόδραση του. Άλλωστε δεν ήταν μεγάλος κακοποιός. Δάνειο σε τράπεζα. Μια μέρα θα τα δώσει και θα πάει και στη φυλακή να ζητήσει συγνώμη από το μπάρμπα – Τάσο.
Και ο δικαστής όταν τον δικάσει δεν θα τον νοιάζει τότε αφού θα έχει κάνει το χρέος του. Παίρνει τηλέφωνο στα κανάλια, εταιρείες που είχε δώσει το βιογραφικό του να ρωτήσει τι πρέπει να κάνει για να πάει για δουλειά. Το ίδιο σκηνικό, φέρτε το βιογραφικό σας.
Η Μαίρη ξυπνά. Καλημέρα αγάπη μου, σου αρέσει να σε λέω έτσι; του λέει. Ο Γιάννης γιατί να μη του αρέσει αφού δεν με αγαπάει κανένας άλλος εκτός από τους γονείς μου και τον παππού μου στο Μέτσοβο. Της λέει……..πάει στη κουζίνα και της φτιάχνει το πρωινό. Το φέρνει και της δίνει ένα φιλί.
Για σένα Μαίρη μου, θα είμαι όταν θέλεις καμαρώτος, υπηρέτης, αγάπη.
Μαίρη: Πόσο σε αγαπώ, όπως αγαπούσα τον άνδρα μου του λέει.
Γιάννης: Τώρα δεν τον αγαπάς;
Μαίρη: Νομίζω όχι, θέλω να τον ξεχάσω γιατί ήρθε.
Γιάννης: Και τον ξέχασες;
Μαίρη: Όχι αλλά ούτε τον θέλω. Και θέλω εσένα του λέει.
Ο Γιάννης την αγκαλιάζει και της λέει πες μου εγώ σου λέω για τα δικά μου, τι άλλο θέλεις και έφυγες από τον άνδρα σου.
Η Μαίρη τον κοιτά και του λέει τα έχουμε όλα, θέλω να δουλεύει πιο λίγο και να είμαστε πιο πολύ μαζί.
Γιάννης: Αυτός δεν είναι λόγος να τον αφήσεις, για σκέψου που έχετε και τόσα χρήματα. Οι άλλοι τι να πούνε; Που δουλεύουμε πολύ και τα χρήματα δεν μας φτάνουν και σε δυο δουλειές και ούτε συναντιόμαστε στο σπίτι. Να η μάνα μου με το μπαμπά μου, άλλες ώρες ο πατέρας μου στο φούρνο, άλλες η μάνα μου, άλλες ο παππούς μου για να ξεκουραστούν λίγο. Ο ένας με τον άλλο και άντε πάλι από την αρχή.
Η Μαίρη ακούει, τον αγκαλιάζει και του λέει: Είσαι ένας θησαυρός, κανείς δε μου μίλησε έτσι όλο το καλοκαίρι. Με όσους πήγα ήταν κάτι σαν δουλειά, εσύ είσαι διαφορετικός. Πότε θα πάμε μια μέρα στο Μέτσοβο;
Τώρα δεν μπορούμε αλλά θέλω μια χάρη να πάμε στην Αθήνα – Πειραιά έχω κάτι δουλειές και ένα χρέος στην τράπεζα. Μπορείς να το τακτοποιήσω;
Μαίρη: Ναι, θα στείλω το δικηγόρο μου στη Αθήνα να το τακτοποιήσει.
Παίρνει τηλέφωνο για το δάνειο στη τράπεζα και ο δικηγόρος πάει.
Εσύ ετοιμάσου, φεύγουμε για Πειραιά του λέει αλλαγή. Έτσι το κότερο σε λίγες ώρες πλέει για Πειραιά.
Σκηνικό στο λιμάνι
Πειραιάς… ο Γιάννης έχει αφήσει μούσι, έχει βάψει και τα μαλλιά πιο ξανθά και μοιάζει σαν Ιταλός μαζί με την Μαίρη αποκλείεται να τον βρει κάποιος αστυνομικός που πιθανόν να έχει ενημερωθεί για την φυγή του από την φυλακή.
Μαίρη: Φτάσαμε Γιάννη, τι θέλεις να κάνουμε;
Πάμε όπου θέλεις βόλτες μόνο εγώ θέλω να πάω σε ένα γραφείο με ντεντέκτιβ για μια υπόθεση μου παλιά.
Μαίρη: Εντάξει, ντύνομαι και φεύγουμε.
Έτσι και οι δυο μαζί είναι στη Αθήνα.

Σκηνικό
Ο Γιάννης σε ένα γραφείο ντεντέκτιβ.
Θέλω παρακαλώ τα πλήρη ονόματα και ηλικίες και οικογενειακή κατάσταση από αυτές τις κοπέλες που είναι γραμματείς σε αυτές τις δουλειές.
Ο ντεντέκτιβ παίρνει τα μικρά ονόματα και τις δουλειές που είχε στείλει και είχε πάει ο Γιάννης βιογραφικό για δουλειά. είναι σίγουρος ότι όλες εκείνες πέταξαν τα βιογραφικά του γιατί …….από το Μέτσοβο, χωρίς μέσον, μόνος και φτωχός στην Αθήνα υπάρχουν τόσοι γνωστοί τους που θα τους βγάζανε και βολτίτσα και με λεφτά γιατί να περάσουν τον Γιάννη. Μαζί με τις πληροφορίες ο Γιάννης δίνει και ένα πάκο λεφτά στο κύριο ντεντέκτιβ. Εκείνος τα παίρνει, τον κοιτά και του λέει ότι με αυτά τα λεφτά δεν χρειάζεται να πάρει άλλη υπόθεση.
Βρες μου αυτό που θέλω και θα πάρεις άλλο ένα τέτοιο του λέει ο Γιάννης, και θα πας διακοπές. Έτσι φεύγει από το γραφείο να συναντήσει τη καλή του φίλη και γυναίκα που τόσο του έχει σταθεί. Είναι πολύ τυχερός.
Σκηνικό σε ένα restaurant παραλιακό. Ο Γιάννης και η Μαίρη τρώνε και κάνουν σχέδια που θα πάνε εκδρομές. Έτσι το βραδάκι γυρίζουν στο κότερο και μπαίνουν μέσα.
Σκηνικό στο κρεβάτι, κάνουν έρωτα. Η Μαίρη μετά σηκώνεται και ανάβει τσιγάρο.
  • Γιάννη μου θυμίζεις τον άνδρα μου, ήταν και αυτός τόσο στοργικός. Σε νιώθω δεν κάνεις κάτι με το ζόρι.
Γιάννης: Μα γιατί αγάπη μου, ότι νιώθω κάνω κανείς δε με πιέζει σε κάτι για να νιώσω άσχημα. Αλλά γιατί μου τα λες αυτά νομίζω ότι σκέφτεσαι τον άνδρα σου και μάλλον σου λείπει.
Μαίρη: Δεν ξέρω με εσένα, ενώ μου δίνεις τα πάντα από τις ίνες σου, το σώμα, η σκέψη σου, εγώ νιώθω ότι είναι για μένα ένα ξεχωριστό κομμάτι στη ζωή μου ο άνδρας μου.
Γιάννης: Είδες που στο λέω ότι τον αγαπάς.
Μαίρη: Και με σένα τι κάνω εδώ;
Γιάννης: Απλά νομίζω ότι με εμένα ανακάλυψες ότι πόσο σου είναι απαραίτητος.
Μαίρη: Μα δεν μπορώ να καταλάβω πως έγινε αυτό. Συνήθως όταν γίνεται κάτι καλό το θέλεις. Και εγώ σε σένα τα βρήκα και όμως θέλω και εκείνον.
Γιάννης: Ίσως γιατί είναι και αυτός σαν και μένα αληθινός και ότι σου δίνει δε σε κοροϊδεύει. Τι λες πάμε ένα ταξιδάκι μέχρι την Ιταλία, που έχω και εγώ απωθημένο, που δεν έχω πάει πουθενά και να τα λέμε και να τον βρεις και που ξέρεις τι σε περιμένει.
Μαίρη: Ναι, καλή η σκέψη σου φεύγουμε αύριο το πρωί.
Και πέφτουν ύπνο. Σκηνικό STOP φωνάζει ο καλός σκηνοθέτης. Όλοι με έχουν ζαλίζει, όλοι για ύπνο γρήγορα. Παραγγείλετε να φάμε γιατί πεινάσαμε. Εσύ αν δε θέλεις κάνε διαίτα. Έτσι έρχονται τα φαγητά από έξω. Εκτός από πίτσες και μακαρόνια που τώρα που θα πάνε Ιταλία θα φάνε πολλά.

Σκηνικό πρωί στο κότερο
Ξεκινά για Ιταλία – Ρώμη. Ο Γιάννης και η Μαίρη παίρνουν το πρωινό τους.
Σκηνικό στην Ιταλία – Ρώμη. Κατεβαίνουν και πάνε σε μια πανέμορφη πλατεία με ένα συντριβάνι, δίπλα έχει ένα μεγάλο ξενοδοχείο. Εκεί μπαίνουν μέσα και τακτοποιούνται σε μια σουίτα που βλέπει θάλασσα και την πλατεία με το συντριβάνι. Είναι φωτισμένη και έχει πολύ κόσμο.

Καλό μου εκκλησάκι εκεί ψηλά βοήθησε με να γίνω πρώτα καλά. Σε θυμάμαι από το Δημοτικό που έγραφα όμορφες εκθέσεις και έπαιρνα βραβεία εικονίτσες. Κάνε σε παρακαλώ με τα σενάρια που γράφω να πάρω πάλι βραβείο, όπως τότε που ήμουνα μικρή. Κάνε αυτό το καντήλι που είναι θαμπερό να δώσει πολύ φως στα γραπτά μου και εγώ θα ξέρω ότι θα’ρθει από εκείνο το καντήλι.
Προσκυνώ και εγώ από μακριά τη Παναγίτσα, το Χριστό και τον Άγιο που έχει το Εκκλησάκι το φτωχό.
Τον ευχαριστώ που ακούει την προσευχή μου και τον αγαπάω. Άραγε ποιος να έχει αυτό το Εκκλησάκι; Αν θέλεις έλα στο όνειρο μου να μου το πεις. Και πιο πολύ θα σ’ αγαπώ.
Ελευθερία Σκουρλή

ΤΟ ΕΚΚΛΗΣΑΚΙ

Είς το βουνό εκεί
είν’ εκκλησιά ερημική
το σήμαντρο της δεν χτυπά
δεν έχει ψάλτη ούτε παπά.

Ένα καντήλι θαμπερό
και έναν πέτρινο σταυρό
έχει στολίδι μοναχό
το εκκλησάκι το φτωχό.

Αλλ’ ο διαβάτης, σαν περνά,
στέκεται και το προσκυνά
και με ευλάβεια πολλή
τον άσπρο του σταυρό φιλεί.
Άγγελος Βλάχος

Ετοιμάζονται για βραδυνή έξοδο.
Η Μαίρη είναι διπλά ευτυχισμένη είναι μαζί με ένα καλό φίλο και κοντά στον άνδρα της που ξέρει ότι την περιμένει. Και τον αγαπά του έχει τηλεφωνήσει και του είπε ότι γύρισε και δεν θα ξαναφύγει ποτέ από κοντά του.

Βράδυ σκηνικό στη Ρώμη
Το συνεργείο είναι έτοιμο ο σκηνοθέτης λέει «Πάμε παιδιά γρήγορα γιατί μας περιμένουν και οι πίτσες και τα μακαρόνια».
Σε ένα πανέμορφο εστιατόριο
Ο Γιάννης και η Μαίρη συζητούν τα σχέδια τους. Η Μαίρη του λέει ότι είναι πολύ ευτυχισμένη που γύρισε. Ο Γιάννης «χαίρομαι που έκανα και εγώ κάτι να γίνεις ευτυχισμένη. Τώρα θέλω μια χάρη να κάτσω να δουλέψω σε κάποια επιχείρηση που θα μπορούσες να με βάλεις. Σε κάποια κινηματογραφική θα’ θελα αφού καμέραμαν σπούδασα».
Κάτι θα γίνει του λέει η Μαίρη. Αύριο θα πάμε για ψώνια ιταλικά και θα τα βρούμε όλα.
Γιάννης: Εγώ πολλά δεν θέλω αλλά Μαίρη σε παρακαλώ θέλω να με θυμάσαι. Όταν είσαι στην Ελλάδα.
Μαίρη: Γιάννη θα σε θυμάμαι πάντα.
Άλλωστε αφού μπορεί να μου βρεις δουλειά εγώ θα τα αγοράσω μόνος μου.
Μαίρη: Θα αγοράσουμε να στείλεις στο Μέτσοβο στο πατέρα σου και στη μητέρα σου και στον παππού σου.
Γιάννης: Μαίρη μου, άγγελε μου πως το σκέφτηκες αυτό. Πόσο νιώθω ότι με αγαπάς με μια αγάπη που σπανίζει σήμερα. Είναι η αγάπη ενός αγγέλου. Τι χαρά θα κάνουν όταν τους πω ότι δουλεύω εδώ στην Ιταλία.
Την αγκαλιάζει και τη φιλά. Ένα φιλί που τα έχει όλα, μα πάνω από όλα τόσην αγάπη για την ανθρώπινη στοργή και ζεστασιά. Έτσι το σκηνικό τελειώνει στο εστιατόριο.
Σκηνοθέτης: STOP παιδιά παραγγείλετε τα διάφορα που είπαμε, είναι όλα καλά, δικά σας. Εγώ θα φάω κάτι λίγο και πάει σε ένα τραπέζι δίπλα εκεί που είναι σερβιρισμένα τριακόσια σπεσιαλιτέ, που έχει παραγγείλει. Σιγά μη κάτσει νηστικός χαζός είναι. Έτσι όλα καλά, πάμε για την άλλη μέρα.
Είναι ευχαριστημένος πολύ, πιστεύει και η παραγωγή να είναι όταν το δει γιατί του τα παρέχει όλα πλούσια και εκείνοι δουλεύουν καλά.
Πρωινό στο ξενοδοχείο. Η Μαίρη φεύγει πάει για δουλειές. Λέει στο Γιάννη ξεκουράσου εσύ. Μα από τι να ξεκουραστώ καλή μου, όλο κάθομαι. Αλήθεια πως κοιμήθηκες εσύ δίπλα στο δωμάτιο ήσουν, σε ένιωθα και ότι μου κρατούσες συντροφιά.
Ξέρεις λέει η Μαίρη, τώρα που είπα στον άνδρα μου ότι γύρισα θα ένιωθα ότι τον απατώ, αν κοιμόμαστε μαζί. Τώρα είμαι μαζί του πάλι και σε σώμα και σε ψυχή.
Γιάννης: Αυτό είναι Αγάπη, αγάπη μου γι’αυτό σε ξεχώρισα γιατί έχεις μεγάλο σεβασμό μέσα σου για τις αξίες που έχουμε στη ζωή μας.
Ο Γιάννης ανοίγει την τηλεόραση, η Μαίρη φεύγει για τα ψώνια που του είπε και για δουλειές που πάει και που.
Ο Γιάννης μπροστά στο παράθυρο κοιτά την πλατεία, τρώει το πρωινό το οποίο είναι μεγάλο και έχει δώσει και στο συνεργείο μιας και είχε πολλά, να μην είναι και αυτός με ένα καφέ αφού τους τρέχει ο καλός σκηνοθέτης.
Ο κόσμος έξω σταματά και στα σιντριβάνια βγάζει φωτογραφίες. Είναι τουρίστες οι πιο πολλοί και ερωτευμένα ζευγαράκια. Διαβάζει τις εφημερίδες, λένε διάφορα. Πρώτο θέμα για την υγεία του αρχιεπισκόπου. Ζητούν λέει θαύμα! Ο Γιάννης θυμάται ότι και σε εκείνον έστειλε δουλειά του και ζητούσε συμβουλή που είναι καλός και δίκαιος τι να κάνει.
Του έστειλε και δώρο για το γραφείο του και λουλούδια και ευχές για ότι καλύτερο σε αυτή τη θέση που είναι να βοηθά όσους τον χρειάζονται. Δεν πήρε ποτέ απάντηση, ούτε συμβουλές, ούτε ευχαριστώ για τα δώρα. Τον κλείσανε στη φυλακή θα μου πεις. Του ζητήσανε όχι τώρα ζητάνε, ένα θαύμα. Ναι και ο υπουργός που πάει να τον δει. Θυμάται και σε αυτόν έστειλε βιογραφικό και ένα πίνακα συλλεκτικό με όλα τα ευρώ του κόσμου. Έτσι για να τα έχει στο γραφείο του, ούτε ευχαριστώ, ούτε τίποτα. Φαίνεται όλες και όλοι οι γραμματείς μπορεί να μη τα δίνουν, να περνάνε όσους θέλουν, αυτούς που έχουν μέσον αλλά και αυτός αφού είναι καλός άνθρωπος γιατί δεν βάζουν δίπλα του καλούς ανθρώπους να δουλέψουν. Υπεύθυνους γιατί όπως ο Θεός έχει αντιπρόσωπους για γραμματέα του αρχιεπισκόπου και του ιερείς έτσι και αυτοί πρέπει να μαθαίνουν τα προβλήματα των ανθρώπων και να μπορούν να βοηθούν.
Ένα πρωινό πέρασε από μια εκκλησία να ανάψει ένα κεράκι και γινόταν χαμός. Μια γυναίκα έφευγε κλαίγοντας. Σε λίγο έρχεται ο άνδρας της και φώναζε στον παπά ότι την ενόχλησε σεξουαλικά. Θα έφερνε τα κανάλια έλεγε στον παπά, του πήρε τα στοιχεία για να τα πάει στη Μητρόπολη και εκεί ποιος θα’ναι. Θα βρει το δίκιο του και αυτή η κυρία θα ξαναπάει να εξομολογηθεί, να ζητήσει ευχή από ποιο; Ποιος είναι τελικά ο καλός. Μια κυρία φώναζε μακριά οι παππάδες. Εγώ έγινα καλά, οι εξετάσεις μου είναι καθαρές. Και σε ευχαριστώ Παναγία μου, αλλά μακριά από παππάδες. Αυτά σκέφτεται ο Γιάννης και ο καλός σκηνοθέτης κάνει τα γυρίσματα στην Αρχιεπισκοπή, το υπουργείο, στην εκκλησία αφού είναι αλήθεια. Για να δούμε θα πάει ή θα το κόψει γιατί φοβάται…………εκεί είναι Αρχηγεία και μπορεί να χάσει τη δουλειά του. Αλλά ο Γιάννης με όλα αυτά πήγε φυλακή άδικα. Πως τώρα να προσευχηθεί για τον Αρχιεπίσκοπο αφού όταν έπρεπε να πάρει συμβουλές ούτε φωνή ούτε ακρόαση.

Σκηνικό
Ανοίγει η πόρτα, μπαίνει η Μαίρη. «Ήρθα, άργησα Γιάννη».
Γιάννης: Η αγάπη έγινε Γιάννης. Θα πήγες στον άνδρα σου;
Μαίρη: Ναι, τον είδα και του είπα για σένα. Σε χαιρετά λέει. Κάποια μέρα θα έρθουμε μαζί στο Μέτσοβο να πάμε και στο φούρνο να μας κεράσετε ελληνικό ψωμάκι………χωριάτικο.
Γιάννης: θα χαρούμε πολύ Μαίρη μου να γνωρίσετε και τον παππού μου που είναι πολύ καλός, παλιός φούρναρης ζυμώνει στα χέρια μέσα σε μια σκαφούλα. Για μένα ψωμί ξεχωριστό τον αγαπώ πολύ.
Πάρε τηλέφωνο και πες του ότι του ψώνισες δώρα με τα λεφτά της δουλειάς που μόλις έπιασες. Και του δίνει τα δώρα. Ο Γιάννης παίρνει τηλέφωνο μιλάει με τους γονείς του και τον παππού. Νιώθει ευτυχισμένος.
Γιάννης: Μα που είναι η δουλειά Μαίρη;
Μαίρη: Του δίνει ένα ντοσιές. Τι είναι αυτό της λέει.
Άνοιξε θα δεις και για να μη διαβάζεις πολύ ώρα αφού λες να πάμε καμία βόλτα;
Γιάννης: Δουλειά είναι αυτό το ντοσιέ;
Μαίρη: Ναι έτσι εδώ είναι μια κινηματογραφική εταιρεία και πάει πολύ καλά. Είναι πολύ μεγάλη ιταλική. Ε, λοιπόν τώρα είσαι ο μεγαλύτερος μέτοχος και ο Διευθυντής θα κάνει όσες ταινίες θέλεις. Αυτό δεν ήθελες;
Ο Γιάννης κάθεται κάτω. Τι θέλεις να πεις; Εγώ δουλειά κάμεραμαν ήθελα και εσύ μου λες ότι μου αγόρασες ολόκληρη κινηματογραφική εταιρεία. Μαίρη θα τρελαθώ.
Μαίρη: Αυτό δεν γίνεται γιατί σε περιμένει πολύ δουλειά. Ορίστε και τα κλειδιά θα έχεις ολόκληρο κτίριο δικό σου.
Ο Γιάννης παίρνει τα κλειδιά και το ντοσιέ μάλλον ονειρεύεται. Αλλά είναι αλήθεια. Η Μαίρη τον παίρνει από το χέρι και πάνε στο παράθυρο. Κοίτα του λέει, δεν είναι όμορφη η Ρώμη;
Ο Γιάννης την αγκαλιάζει και της λέει «Ναι είναι πολύ όμορφα άγγελε μου. Ήθελα να ήξερα τι είσαι Άγγελος ή Μαντόνα; ».
Τίποτα από αυτά τα δυο, μια φίλη είμαι που θα είμαστε πιστεύω πάντα. Ο Γιάννης κλαίει στην αγκαλιά της, της λέει συνέχεια σε ευχαριστώ. Και της εξομολογείται ότι είχε σκοπό με τα ονόματα που θα του βρει ο ντεντέκτιβ με τις γραμματείς να τις σκότωνε, να τις έπνιγε…
Μα τι λες, δεν είσαι εσύ για τέτοια, πως θα το έκανες αυτό;
Θα τις έβαζα όλες σε ένα κότερο σαν αυτό, θα υπέγραφαν συμβόλαιο με τριπλά λεφτά από εκεί που ήντουσαν στην εταιρεία μου και θα τις κοίμιζα. Θα τις έβγαζα στα ανοιχτά και θα τις έβαζα σε ένα φουσκωτό όλες μαζί. Θα το τρυπούσα και θα πνιγόντουσαν όλες. Γιατί αν έκαναν σωστά τη δουλειά τους ίσως και εγώ να είχα βρει δουλειά και να μην πήγαινα φυλακή.
Μαίρη: Έλα τώρα, περασμένα ξεχασμένα όπως είπες και εσύ είμαι ο Άγγελος σου ή η Μαντόνα που σε βοήθησε. Τι άλλο θέλεις. Ποιος ξέρει πως σκέφτεται ο καθένας εκεί που δουλεύει. Άλλος σωστός, άλλος λάθος μη δίνεις σημασία. Υπάρχει κάτι για τον καθένα μας, θεία δίκη. Μια μέρα θα’ρθει για όλα.
Ο Γιάννης σταματά να κλαίει και αρχίζει να χαμογελά. Επειδή να γελά, να χοροπηδά στα κρεβάτια, στις καρέκλες. Και η Μαίρη γελά που τον βλέπει ευτυχισμένο. Μόνο ο σκηνοθέτης φωνάζει STOP. Φτάνει καλά θα κάνεις και καμιά ζημιά Γιάννη και είναι ακριβά έπιπλα αυτά. Άσε να φάμε ακόμα καμιά πίτσα και μακαρονάδες. Καλά σου λέει, λένε και το συνεργείο.

Σκηνικό στο σιντριβάνι
Βράδυ ο Γιάννης και η Μαίρη χαιρετιούνται για να πάρει ο καθένας το δρόμο του. Ο Άγγελος που είναι φώτιζε και η Μαντόνα έβαλε το χεράκι της. Η Μαίρη φεύγει να πάει στον άνδρα της και ο Γιάννης κάθεται εκεί και σκέφτεται χαμογελαστός.
Εκεί πάει και μια κοπελιά, κάθεται δίπλα του είναι έγκυος. Κοιτάζονται και ο Γιάννης της λέει καλησπέρα. Καλησπέρα του λέει και εκείνη.

Σκηνικό στο πλοίο για Πάτρα
Η Ανδριάννα, το κορίτσι που διαβάζει το ημερολόγιο πάει στο μπαρ για καφέ. Έχει ακόμα να διαβάσει, να μάθει τώρα για τη μαμά της. Παίρνει τον καφέ και ξαναπάει στο κάθισμα της. Ανοίγει και αρχίζει πάλι.

Σκηνικό στο σιντριβάνι στη Ρώμη

Σκηνικό σε ένα ξενοδοχείο των Αθηνών πολυτελείας. Ένας άνδρας επιχειρηματίας ο Νίκος και η Ειρήνη υπάλληλος του και ερωμένη του. Είναι η Ειρήνη που έχει κόρη την Ανδριάννα και γυναίκα του Γιάννη.
Νίκος: Γιατί σε βλέπω προβληματισμένη τι έχεις. Είναι ξαπλωμένοι στο κρεβάτι, έχουν κάνει έρωτα.
Ειρήνη: Θες να σου πω;
Νίκος: Ναι γιατί να μη μου πεις.
Ειρήνη: Γιατί δεν βάζεις τα δικά μου διαφημιστικά αφού είναι καλά και προωθείς άλλου;
Νίκος: Μα εσύ Ειρήνη μου τι να τα κάνεις. Έχεις ότι θέλεις, ότι μου ζητήσεις είναι στα πόδια σου. Λεφτά, αυτοκίνητο, ρούχα, κοσμήματα και έχεις εμένα.
Ειρήνη: Εσένα δεν σε έχω αφού είσαι παντρεμένος και έχεις παιδιά, όσο για τη δουλειά. εσύ κάνεις ότι θέλεις, εγώ απλά εκτελώ εντολές.
Νίκος: Και τι θέλεις; Σου έχω τα πάντα που άλλες κοπέλες θα ήθελαν. Όσα κάνουν τα παπούτσια σου είναι ένα μισθός από τις άλλες κοπέλες.
Ειρήνη: Νίκο εγώ σπούδασα διαφημίστρια. Έφυγα από την Πάτρα τους γονείς μου και ήρθα στην Αθήνα για να κάνω καριέρα στον τομέα που επέλεξα.
Νίκος: Και ήρθες σε μένα. Σε αγάπησα, θα χωρίσω σε λίγο με τη γυναίκα μου, τα κορίτσια θα πάνε σε κολλέγιο στην Αγγλία εσωτερικές. Θα παντρευτούμε κάποια μέρα το ξέρεις, σε αγαπώ και δεν παίζω μαζί σου, για να τα κάνω όλα αυτά πάει να πει ότι σε λατρεύω.
Ειρήνη: Και τις κόρες σου δεν τις σκέφτεσαι που θα μεγαλώσουν σε κολλέγιο αφού και η μαμά τους θα τις βλέπει λίγο παρόλο που είναι Αγγλίδα.
Νίκος: Όχι γιατί θα πηγαίνουμε να τις βλέπουμε και στις γιορτές θα έρχονται εδώ.
Ειρήνη: Τι να πω εγώ θέλω να κάνω και δικό μου, δεν με ενδιαφέρει ο γάμος και εσύ νομίζω ότι δεν θα με βοηθήσεις μόνο με αγαπάς και θα χωρίσεις για να παντρευτούμε και θα είμαι μόνο η γυναίκα σου.
Νίκος: Ειρήνη εδώ ήρθαμε να σου δείξω πόσο σε αγαπώ όχι να μου μουρμουρίζεις για βλακείες και καριέρα. Όλα τα κορίτσια στο γραφείο θα ήθελαν να είναι εδώ και εσύ μουρμουρίζεις.
Ειρήνη: Εσένα σε νοιάζει ότι θέλεις εσύ, αν θέλω εγώ κάτι, η γυναίκα σου ή οι κόρες σου, αν τους αρέσει να κλειστού σε κολλέγιο δεν σε ενδιαφέρει.
Ο Νίκος την αγκαλιάζει, την φιλά και της λέει τελικά θα γίνει όπως τα έχω σχεδιάσει.
Η Ειρήνη τον φιλά αλλά το μυαλό της και το σώμα της είναι αλλού.

Σκηνικό στην εταιρεία του Νίκου
Διαφημίσεις από εδώ, διαφημίσεις από εκεί και η Ειρήνη καμία όλες στα συρτάρια. Εκείνη όλη μέρα δέχεται πολύ κόσμο εκεί. Απλή γραμματέας του στα χαρτιά και ερωμένη του τον ελεύθερο χρόνο του.

Σκηνικό
Έρχεται η γυναίκα του μια πανέμορφη Αγγλίδα, ήταν ηθοποιός αλλά όταν γνώρισε τον Νίκο πάει. Είπε σπίτι θα κάνουμε οικογένεια, παιδιά. Έτσι άφησε την καριέρα της για τον Νίκο, είναι καλή, ευγενική, έχει συμβιβαστεί περνά καλά. Έχουν πολλά λεφτά, έχει και τα δυο κοριτσάκια της που τις μεγαλώνει με αγάπη. Αγγλίδα με κόρες που είναι ο μπαμπάς μας. Τα κοριτσάκια την αγκαλιάζουν και την ρωτούν αν τους έχει πάρει κανένα δώρο γιατί όλο κάτι τους παίρνει.
Ναι λέει η Ειρήνη, έχω και ανοίγει το συρτάρι της και τους δίνει δυο δωράκια. Εκείνες την αγκαλιάζουν, τη φιλούν και της χαρίζουν κάτι σοκολατάκια μικρά που έχουν μέσα στα τσαντάκια τους. Είναι πανέμορφες σαν αγγελάκια. Περνούν στο μπαμπά τους. Η Ειρήνη σκέφτεται ότι δεν θέλει να πάρει μια θέση που είναι ξένη και τα κοριτσάκια αυτά που μοιάζουν σαν αγγελάκια, που την αγαπούν, να νιώσουν πίκρα χωριστά δεν φταίνε πουθενά. Παίρνει ένα ντοσιέ με τα διαφημιστικά της από το συρτάρι, τα σοκολατάκια και κάτι άλλα προσωπικά αντικείμενα και φεύγει. Άλλωστε είναι η ώρα που κλείνουν γι’αυτό ήρθαν και τα κορίτσια να πάνε για φαγητό με το μπαμπά τους και τη μαμά τους. Η Ειρήνη νιώθει ότι δεν χωρά εκεί και φεύγει.

Σκηνικό την άλλη ημέρα στο γραφείο.
«Νίκο θέλω το μεσημέρι να μιλήσουμε» του λέει η Ειρήνη.
Νίκος: Εντάξει, πήγαινε όταν φύγεις στο ξενοδοχείο και θα έρθω εκεί.
Σκηνικό η Ειρήνη φεύγει από την εταιρεία και πάει σε μια φίλη της τη Γεωργία. Εκείνη της λέει κάθισε. Πως έτσι ξαφνικά τι συμβαίνει;
Ειρήνη: Έχω ένα μεγάλο πρόβλημα. Θα ήθελα το βοήθεια σου.
Γεωργία: Φτιάχνω καφέ και σε ακούω.
Ειρήνη: Θέλω να ξεφύγω από το Νίκο. Δεν θέλω να χαλάσει την οικογένεια του. Τις λυπάμαι, τα κοριτσάκια και την γυναίκα του. Ξέρεις Γεωργία αυτό είναι άδικο που παίρνω, την σταμάτησε από την δουλειά της και την έχωσε στο σπίτι μπιμπελό. Έτσι θέλει και μένα. Αυτός το αφεντικό και η γυναίκα του σπίτι τον εαυτό του να κοιτά. Για να έχει εμένα δεν τον νοιάζει αν τα κοριτσάκια του μεγαλώσουν στο κολλέγιο και τους λείπουν οι γονείς τους και να σου πω και κάτι άλλο; Το ίδιο μπορεί να κάνει και σε μένα.
Γεωργία: Τελείωσε Ειρήνη να φύγεις, εσύ αγαπάς την δουλειά σου. Έχεις ταλέντο, όσα χρήματα να έχεις αν δεν δημιουργείς θα τρελαθείς. Γι’αυτό είσαι μόνη εδώ στην Αθήνα γι’αυτό ήρθες.
Ειρήνη: Ναι, αλλά είδες πως εξελίχτηκες, όλες οι κοπέλες από τη σχολή κάτι κάνανε. Εγώ τίποτα, μόνο λεφτά και έχω αφεντικό χωρίς δουλειά που θέλω.
Γεωργία: Χαίρομαι που το κατάλαβες άρα εγώ δεν χρειάζεται να σου πω τίποτα άλλο. Έχεις πάρει την απόφαση σου.
Ειρήνη: Ναι, την πήρα. Και θα πάω να την πω.
Γεωργία: Κάθισε να φάμε που είσαι νηστική.
Ειρήνη: Θα πάω να ξεμπερδεύω, φτάνει το αφεντικό χωρίς δουλειά που αγαπώ.
Ειρήνη σκηνικό στο ξενοδοχείο. Ανεβαίνει ο Νίκος είναι εκεί. Την αγκαλιάζει και τη φιλά εκείνη αντιδρά, τον σπρώχνει. Φτάνει του λέει χωρίζουμε. Θα φύγω βαρέθηκα εδώ δεν θέλω να χωρίσεις από τη γυναίκα και τα αγγελάκια σου να πάνε στο κολλέγιο.
Νίκος: Τρελάθηκες; Τι λες τώρα αφού δεν την αγαπώ.
Ειρήνη: Κάποτε την αγάπησες και αν δεν την αγαπάς, δεν αγαπάς τα παιδιά σου πως θα τα αποχωριστείς;
Νίκος: Δικός μου λογαριασμός είναι. Ούτε εσένα σε νοιάζει, εγώ εσένα αγαπώ.
Ειρήνη: Τώρα, σήμερα, αύριο κάποια άλλη θα αγαπήσεις και εγώ δεν θα μπορώ να ξεκινήσω από την αρχή όπως τώρα, όπως όταν ήρθα από την Πάτρα και ήρθα στην εταιρεία για δουλειά και βρέθηκα εδώ μαζί σου.
Νίκος: Γιατί δεν περνάς καλά; Όλα τα έχεις.
Ειρήνη: Ναι όλα εκτός από αυτό που αγαπώ πάρα πολύ τη δουλειά που διάλεξα και σπούδασα. Έγινα υπάλληλός σου με πολλά λεφτά αλλά σε άλλο πόστο, σε άλλη δουλειά. βουτάει τη τσάντα της και πάει να φύγει.
Νίκος: Που πας Ειρήνη;
Ειρήνη: Φεύγω χωρίζουμε.
Νίκος: Τη βουτά από το χέρι «δεν φεύγεις, δεν αποφάσισα εγώ».
Ειρήνη: Εσύ μόνο αποφασίζεις; Τι θέλουν οι άλλοι δε σε νοιάζει; Άσε με του λέει και τραβιέται. Ο Νίκος την βουτά και από τα δυο χέρια. «Όχι εδώ θα μείνεις, σε αγαπώ. Έκανα πολλά για σένα».
Ειρήνη: Για σένα τα έκανες. Αυτό που ήθελα εγώ δεν το έκανες ποτέ. Ένα διαφημιστικό δεν μου έδωσες γιατί φοβάσαι μη γίνω αφεντικό. Πάει να ξεφύγει, ο Νίκος την κολλά στον τοίχο αρχίζει να την σφίγγει εκείνη φωνάζει ότι πονά. Άσε με τώρα φεύγω. Εκείνος τη χτυπά με ένα δυνατό χαστούκι. Εκείνη κλαίει, αλήτη του λέει. Κι άλλο χαστούκι κι αρχίζει ο ξυλοδαρμός. Της σφίγγει τα χέρια και με το άλλο την χτυπά παντού.
Η Ειρήνη σε χάλια κατάσταση. Χτυπούν την πόρτα, έχουν φέρει ποτά που είχε ζητήσει ο Νίκος.

Σκηνικό
Η Ειρήνη ανοίγει την πόρτα και πετάγεται έξω και αρχίζει να τρέχει γρήγορα στις σκάλες του ξενοδοχείου προς τα κάτω στην έξοδο. Λιπόθυμη σχεδόν φτάνει, πάει στην πόρτα κοιτά πίσω δεν την έχει ακολουθήσει.

Σκηνικό
Ανοίγει και τρέχει προς τα εκεί που έχει αφήσει το αυτοκίνητο της. Από τη μια η φόρτιση, το ξύλο, η ζαλάδα που είναι νηστική την έχουν κάνει να πέσει κάτω. Ξαναπροσπαθεί φτάνει στο δρόμο περνά και πάει στο αυτοκίνητο της εκεί στο δρόμο, στο πεζοδρόμιο δίπλα στο αυτοκίνητο της κάθεται ένας κουλουράς. Ανοίγει το τσαντάκι της και παίρνει ένα κουλούρι, ο κουλουράς την κοιτά. «Τι έχεις κόρη μου, είσαι καλά. Ποιος σε έκανε έτσι, θέλεις να φωνάξω την αστυνομία;».
Όχι δεν πειράζει, να φύγω θέλω γρήγορα. Ο κύριος της λέει δεν έχει ρέστα και της το χαρίζει. Όχι λέει η Ειρήνη, να θα πάρω ένα λαχείο και τραβά με το χέρι της που πονά, από το σφίξιμο και τα χτυπήματα πολύ. Παίρνει το λαχείο και του λέει «γεια σας». «Καλή τύχη» της λέει ο κουλουράς – λαχειοπώλης. «Ευχαριστώ τη χρειάζομαι πολύ αυτή τη στιγμή όχι για το λαχείο αλλά για την ζωή μου».
«Εύχομαι κορίτσι μου να σου πάνε όλα καλά στο καλό…».
Ειρήνη στο αυτοκίνητο. Παίρνει τηλέφωνο τη Γεωργία. Τελείωσε της λέει, έλα σπίτι είμαι χάλια. Με έδειρε πολύ.

Σκηνικό στο σπίτι
Η Γεωργία κλείνει το τηλέφωνο, παίρνει τα κλειδιά και φεύγει γρήγορα για τη φίλη της.
Χτυπά το κουδούνι, η Ειρήνη ανοίγει. Είναι χάλια, η Γεωργία τη βοηθάει να φτάσει στο καναπέ. Ξαπλώνει και κλαίει της τα λέει όλα.
Γεωργία: Ησύχασε τώρα όλα τελείωσαν. Θα ξεκουραστείς και θα βρεις άλλη δουλειά, πάω να σου φτιάξω και φαγητό. Θέλω να πάω στο μπάνιο, λέει η Ειρήνη βοήθησε με. Η Γεωργία την βοηθά και τότε η Ειρήνη πέφτει στην αγκαλιά της δεν αντέχει άλλο. Η Γεωργία την ξαναβάζει στο καναπέ και της λέει να πάνε στο νοσοκομείο είναι χάλια.
Ειρήνη: Ναι είμαι πάμε…
Νοσοκομείο σκηνικό τις κάνουν εξετάσεις. Και ένας γιατρός νεαρός ρωτάει «Γιατί είναι έτσι. την έδειραν κάποιος άνδρας;».
Γεωργία: Όχι, όχι δεν έχει φάει και ζαλίστηκε στις σκάλες και χτύπησε.
Γιατρός: Καλά, καλά καμιά δεν το παραδέχεται. Εμείς θα κάνουμε ότι χρειάζεται.
Γιατρός σε λίγες ώρες στη Γεωργία «Ελάτε να τη δείτε είναι καλά και το μωρό είναι καλά. Που αν είχε πέσει από τη σκάλα το μωρό δεν θα ήταν».
Γεωργία: Ποιο μωρό;
Γιατρός: Καλά ούτε εσείς δεν το ξέρατε και είστε φίλη της;
Γεωργία: Σε βεβαιώνω δεν το ήξερα και νομίζω ότι δεν θα το ήξερε και εκείνη. Γιατί θα μου το είχε πει. Γιατρέ σε παρακαλώ πάμε μαζί να το πούμε.

Σκηνικό στο δωμάτιο
Ο γιατρός μιλάει στην Ειρήνη, «Είναι όλα εντάξει, όλα θα πάνε καλά. Πρέπει να ξεκουραστείς λίγο καιρό θα σου γράψω άδεια για την δουλειά σου και πρέπει το κυριότερο να προσέξεις για το μωρό σου».
Η Ειρήνη πετάγεται από το κρεβάτι πιάνει το γιατρό και του λέει «ποιο μωρό;»
«Είστε έγκυος, δεν το είχατε καταλάβει;». Η Ειρήνη ξανακάθεται στο κρεβάτι, όχι λέει νόμιζα ότι ήταν μια απλή καθυστέρηση, δεν είχα δώσει σημασία.
Γιατρός: Τώρα όμως θα δώσεις και θα πεις στο μπαμπά να μη ξαναχτυπήσει έτσι. γιατί κανονικά θα έμπαινε φυλακή για ξυλοδαρμό όταν είσαι και στην κατάσταση που είσαι θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι το έκανε επίτηδες για να αποβάλεις. Τώρα εσύ τον αγαπάς γι’αυτό και δεν κάνεις μήνυση αλλά ότι με χρειαστείς αργότερα θα σε βοηθήσω φτάνει να μην το ξανακάνει. Τώρα μπορεί να φύγεις για να πας σπίτι σου.
Ευχαριστούμε γιατρέ, λέει η Γεωργία, για όλα και φεύγουν για το σπίτι της Ειρήνης.

Σκηνικό την άλλη μέρα
Η Γεωργία έχει ξυπνήσει πρωί έχει μαζέψει τα ρούχα, της Ειρήνης τα πράγματα και όταν ξυπνάει της λέει «Φεύγουμε για Πάτρα θα σε πάω στους γονείς σου γιατί νιώθω ότι ο Νίκος δεν θα σε αφήσει σε ησυχία και τώρα που είσαι έγκυος θα σε εκδικηθεί διεκδικώντας το παιδί, έχει εκείνο το μέσον και μπορεί να τα καταφέρει για να σε έχει».
Ειρήνη: Έχεις δίκιο φεύγουμε για τη Πάτρα θέλω να πάω σπίτι μου. Δεν θα πούμε τίποτα για το παιδί γιατί θα στενοχωρηθούν όταν μάθουν ότι με χτύπησε κιόλας, και ότι είναι παντρεμένος.
Μη σε νοιάζει της λέει η Γεωργία κάτι θα σκεφτούμε. Έτσι ετοιμάζονται, αφήνουν το σπίτι, τα κλειδιά στη κυρία που το έχει νοικιάσει και λέει ότι φεύγει. Θα μείνει με τη φίλη της να μοιραστούν τα έξοδα. Έτσι αν πάει ο Νίκος να μη ξέρει ότι έφυγε για την Πάτρα.
Το κινητό χτυπάει συνέχεια είναι εκείνος αλλά η Ειρήνη δεν το σηκώνει. Το κλείνει και μετά το πετά στα σκουπίδια για να μην το ακούει.

Σκηνικό στο αυτοκίνητο της Γεωργίας
«Το αυτοκίνητο του Νίκου το άφησα εκεί μαζί με τα κλειδιά έτσι όταν πάει στο σπίτι να τα βρει να πάρει το αυτοκίνητο που μου είχε πάρει.
Γεωργία: Πως νιώθεις που φεύγεις;
Είμαι πολύ καλά, ελευθερώθηκα από το αφεντικό.
Για το μωρό τι νιώθεις;
Το αγαπώ θα είναι μόνο δικό μου. Θα είμαι η μαμά του θα το μεγαλώσω με πολύ αγάπη και σαν μπαμπάς καλός γιατί αν έχει μπαμπά το Νίκο σε λίγο καιρό θα πάει και αυτό σε το κανένα κολλέγιο εσώκλειστο.
Η Ειρήνη βάζει μουσική και λέει δεν ήθελε να με βάλει σε κανένα διαφημιστικό αλλά του πήρα το καλύτερο και δεν θα το μάθει ποτέ, ούτε θα το πάρει ποτέ, θα είναι δικό της αυτό το μωρό. Θα είναι μόνο παιδί μου!

Σκηνικό στο πατρικό της
Για την Ειρήνη λένε ότι χτύπησε με το αυτοκίνητο, χάλασε. Έτσι γύρισε εκεί θα βρει άλλη δουλειά. Κοντά τους γιατί τους έχει επιθυμήσει.
Σκηνικά διάφορα με τα δυο κορίτσια να κάνουν βόλτες στην Πάτρα και να τα λένε.
Η Ειρήνη είναι πολύ καλά και η Γεωργία λέει θα φύγει γιατί έχει και εκείνη δουλειά.

Σκηνικό στον Άγιο Ανδρέα
Έχουν πάει να ανάψουν ένα κεράκι. Και κάθονται σε μια καφετέρια εκεί δίπλα να πιούνε ένα καφέ και να πουν λίγο.
Περνά ένας λαχειοπώλης και ρωτά αν θέλουν λαχείο. Η Ειρήνη θυμάται το λαχείο που είχε πάρει για ρέστα. Το δίνει στο λαχειοπώλη και εκείνος το κοιτά, κάθεται και στη καρέκλα δίπλα στο κορίτσι και λέει «κοπέλα μου έχεις κερδίσει το πρώτο αριθμό, να κοίτα».
Η Ειρήνη κοιτά το ίδιο και η Γεωργία, αγκαλιάζονται είναι πολλά τα λεφτά.
Έτσι πάνε στο σπίτι και το λένε στους γονείς της, είναι πολύ χαρούμενοι. Και της εύχονται με τέτοια προίκα ένα καλό γαμπρό. Η Γεωργία αναβάλει το ταξίδι για Αθήνα γιατί τα σχέδια αλλάζουν. Η Ειρήνη λέει ότι θα πάει στην Ιταλία για να ξεκουραστεί με τη Γεωργία να κάνουν διακοπές αφού τώρα έχει πολλά λεφτά. Άντα να πάτε λένε οι γονείς της Ειρήνης και όταν έρθετε να μου φέρεται και τους γαμπρούς. Τα κορίτσια κοιτάζονται, ο δρόμος έχει ανοίξει η Ειρήνη σκέφτεται να αγοράσει και να φτιάξει μια διαφημιστική εταιρεία δική της.
«Ωραία ιδέα» λέει η Γεωργία, θα σε βοηθήσω. Έτσι φεύγουν για τη Ρώμη. Η Ειρήνη γίνεται μέτοχος σε μια εταιρεία και φτιάχνει τα διαφημιστικά, η Γεωργία τη βοηθά. Έχουν βρει και ένα πολύ όμορφο σπίτι και όλα πάνε καλά. Τηλεφωνούν στους γονείς τους κάθε μέρα και τους λένε ότι περνούν καλά και έχουν και καλή δουλειά. πότε θα έρθετε ρωτάνε; Όταν βρούμε τους γαμπρούς λένε έτσι γιατί πώς να πάνε η Ειρήνη κοντεύει να γίνει μητέρα, θα το πουν όταν έρθει ο καιρός και να είναι όλοι χαρούμενοι.
Σκηνικό στη Ρώμη…
Εκεί η Ειρήνη γνωρίζει τον Γιάννη στον σιντριβάνι. Εκεί έρχεται ένας Άγγελος και του φέρνει Αγάπη. Έτσι είναι μαζί τόσα χρόνια με την κόρη τους την Ανδριάννα που έχει τελειώσει το ημερολόγιο που της κάνανε δώρο για τα γενέθλια της.
Μαθαίνει τόσα πολλά, τόσες αλήθειες. Τους αγαπά πολύ , θα τους αγαπά πάντα. Το ίδιο και οι γονείς της.
Κλείνει το ημερολόγιο και πάει για ύπνο αγκαλιά τα κρατά, ίσως είναι το πιο μεγάλο δώρο που έχει πάρει. Σκέφτεται τις διακοπές στη Πάτρα στους παππούδες. Και στο Μέτσοβο πόσο τους αγαπά. Μα πιο πολύ αγαπά και τον παππού του μπαμπά της. Είναι ευτυχισμένο παιδί.

Σκηνικό στη Πάτρα
Το πλοίο έφτασε. Όλοι κατεβαίνουν το ίδιο και το συνεργείο από το έργο το ΛΑΧΕΙΟ το ίδιο και οι ηθοποιοί. Είναι όλοι εκεί. Ο σκηνοθέτης πήγε καλά. Μάλλον πολύ καλά παιδιά πάμε!
Κύριε καλέ σκηνοθέτα το ίδιο πιστεύω και εγώ που το έγραψα και θα το δω γιατί είσαι πολύ καλός. Και εγώ καλή και όλοι καλά για την παραγωγή του ΑΝΤΕΝΝΑ.



Σενάριο: Ελευθερία Σκουρλή
6.11.2007


Καλά Χριστούγεννα & Καλή Χρονιά και τα Φώτα περιμένω με χαρά στη Λευκάδα και τη Βάρη μας!!!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου