Τρίτη 18 Αυγούστου 2020

ΟΙ ΜΕΤΑΜΦΙΕΣΜΕΝΟΙ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΣΚΟΥΡΛΗ ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΤΑΙΝΙΩΝ ΤΟ ΤΥΧΕΡΟ ΜΑΣ






























Τηλ.: 210 8972509 / 6981 442659
Διεύθυνση: Τριπτολέμου 2 – Βάρη

ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΕΡΓΟΥ

«ΟΙ ΜΕΤΑΜΦΙΕΣΜΕΝΟΙ»

Σκηνικό: Έξω από μία Δραματική Σχολή είναι δύο παιδιά. Ο Γεράσιμος και ο Παύλος πήραν τα πτυχία τους, είναι ηθοποιοί. Τα κρατούν και προχωρούν σε ένα δρόμο, ψάχνουν να βρουν μία πόρτα ανοιχτή να πάρουν ένα ρόλο. Να! Η πόρτα είναι ανοιχτή στο καρναβάλι της Πάτρας. Ξεκινούν, εκεί θα παίξουν τον πρώτο τους ρόλο. Στο δρόμο όμως κοιμούνται λίγο και αρχίζει το όνειρο το πραγματικό και ο ρόλος παίρνει μετάθεση σε ένα όμορφο νησί στη Λευκάδα. Εκεί, αρχίζει η παράσταση. Το καρναβάλι εκεί, τους στέλνει σε πολλά σκηνικά στην Πάτρα.
Επιστροφή, είναι δύο καλοί γιατροί, πάνε στην Ιταλία έχουν και εισιτήριο επιστροφής. Ο Ερυθρός Σταυρός φρόντισε γι’ αυτό.
Στο πλοίο συναντάνε το άλλο τους μισό, δύο όμορφα και καλά κορίτσια από την Ιταλία. Έτσι και οι τέσσερις μαζί πάνε στην όμορφη πόλη της Ιταλίας για να παίξουνε και άλλους δύο ρόλους: τον καλό και τον κακό αφού συναντήσανε το άλλο τους μισό. Έτσι, όλα πάνε καλά. Υπάρχουν πολλά σκηνικά με τα δύο καπέλα που φέρνουν γέλια ξεκαρδιστικά. Ο Γεράσιμος και ο Παύλος είναι τώρα εδώ και στα χέρια τους κρατούν ένα μεγάλο βραβείο και λένε σε αυτό το σκηνικό:
«ΣΤΟ ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΚΑΝΝΩΝ»

ΘΕΕ ΜΟΥ
ΣΕ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ!!!

Ελευθερία Σκουρλή
16-3-2011





ΟΙ ΜΕΤΑΜΦΙΕΣΜΕΝΟΙ

Σκηνή 1:
Πρωί Σαββάτου των αποκρεών, που γίνεται το καρναβάλι της Πάτρας. Δύο αγόρια, φίλοι από τα παιδικά τους χρόνια, έχουν τελειώσει μια Δραματική Σχολή. Είναι ηθοποιοί, έχουν ταλέντο και ψάχνουν για δουλειά. Υπάρχει συνωστισμός σε όλα τα θέατρα, δεν έχουν και κάποιον να τα βοηθήσει και στην τηλεόραση έστω κάποιο ρολάκι. Έχουν αποφασίσει να πάνε στο καρναβάλι στην Πάτρα, έτσι να χορέψουν και σαν ηθοποιοί ίσως με κάποια στολή να παίξουν στο Καρναβάλι τον πρώτο τους ρόλο που θα τους δει και τόσος κόσμος και θα τους ρίξει χαρτοπόλεμο, σερπαντίνες και αρκετό χειροκρότημα. Έτσι ο Γεράσιμος και ο Παύλος ξυπνούν το πρωί. Ο Γεράσιμος παίρνει τηλέφωνο τον Παύλο.
Γεράσιμος: Φίλε, έρχομαι, είσαι έτοιμος;
Παύλος: Ναι, έτοιμος είμαι. Τα εισιτήρια ψάχνω.
Γεράσιμος: Για κοίτα, γιατί δεν υπάρχουν θέσεις στα λεωφορεία και ωτοστόπ δεν νομίζω να μας πάρει κάποιος.
Παύλος: Εντάξει, μέχρι να έρθεις, θα τα έχω βρει.
Ο Γεράσιμος ξεκινά για το σπίτι του Παύλου. Φτάνει. Κτυπά το κουδούνι. Ανοίγει η μαμά του.
Γεράσιμος: Γεια σας κυρία Ιουλία.
Ιουλία: Καλώς τον ναι. Έλα να σου φτιάξω καφέ.
Γεράσιμος: Πού είναι ο φίλος μου;
Παύλος: Εδώ να μαι και εγώ. Μαμά, φτιάξε δύο καφέδες, βάλε και μπόλικο κέικ για να μην πεινάσουμε μέχρι να φτάσουμε.
Ιουλία: Ε! Θα κάνετε και καμιά στάση στην Κόρινθο για σουβλάκι.
Παύλος: Θυμάσαι Γεράσιμε, όταν παίρναμε άδεια το Σουβλατζίδικο που πηγαίναμε; Τι ωραία που ήταν τα βραδάκια όταν ήμασταν στο Στρατό!
Γεράσιμος: Ναι. Πολύ ωραία ήταν και πολλά καμάκια κάναμε. Μπόλικα κορίτσια η Κόρινθος.
Παύλος: Ε! αφού έχει και το Ναύπλιο δεν θυμάσαι τον Ψάλτη, τι καμάκια κάναμε με τις ταινίες!
Γεράσιμος: Ναι, πολύ καλές ήταν. Ωραία περνάγανε αυτοί τότε, εμείς τι κάνουμε. Πότε θα γίνει καμιά ταινία να παίξουμε.
Ιουλία: Έλα, μην απελπίζεστε, κάτι θα γίνει. Μικροί είστε, κάτι θ’ αλλάξει.
Γεράσιμος: Για να δούμε πότε θ’ αλλάξει. Εγώ, το μόνο που βλέπω ν’ αλλάζει είναι ο καιρός που είπαν πως θα χιονίσει. Γι’ αυτό, σήκω Παύλο να φύγουμε.
Παύλος: Παίρνω τα σακβουαγιάζ με πουλόβερ, κασκώλ, σκουφάκια και φύγαμε.
Ιουλία: Οι στολές πού είναι;
Παύλος: Θα πάρουμε εκεί, κάτι θα βρούμε.
Ιουλία: Α! Εντάξει, τότε πάρε και αυτά τα χρήματα για να περάσετε καλά.
Παύλος: Σ’ ευχαριστώ μαμά. Όταν γίνω πρωταγωνιστής και βγάλω λεφτά θα σου τα δώσω.
Ιουλία: Έλα, έλα, να πάτε στο καλό. Να προσέχετε.
Τα δυο παιδιά φεύγουν να πάνε στο ΚΤΕΛ. Φτάνουν. Παίρνουν το λεωφορείο που μέσα έχει όλο παιδιά που πάνε στο καρναβάλι. Το λεωφορείο ξεκινά για Πάτρα. Το λεωφορείο ταξιδεύει. Τα παιδιά συζητούν τι να ντυθούν.
Γεράσιμος: Θα βρούμε κάτι.
Αφού έχουν περάσει την Κόρινθο...
Παύλος: Δεν κοιμόμαστε λίγο για να είμαστε πιο ξεκούραστοι;
Γεράσιμος: Ωραία ιδέα!
Τα παιδιά κοιμούνται. Το λεωφορείο έχει σταματήσει και οι επιβάτες κατεβαίνουν όταν ξυπνούν.
Παύλος: Έλα, ξύπνα. Φτάσαμε.
Ο Γεράσιμος κοιτά έξω. Έχει βροχή με ομίχλη.
Γεράσιμος: Πού είμαστε;
Άγνωστος: Στο λιμάνι.
Γεράσιμος: Σε ποιο λιμάνι;
Άγνωστος: Στην Πάτρα.
Γεράσιμος: Όχι φίλε μου. Τι δουλειά έχουμε στην Πάτρα.
Άγνωστος: Το λεωφορείο πάει στην Λευκάδα, αν θέλατε να πάτε στην Πάτρα, έπρεπε να σταματήσετε στο Ρίο και να παίρνατε άλλο λεωφορείο για την Πάτρα.
Τα παιδιά κοιτάζονται και αρχίζουν τα γέλια. Κοιτούν τα εισιτήρια να δουν τι γράφουν... «Λευκάδα».
Γεράσιμος: Λάθος κάναμε. Και τώρα;
Παύλος: Κατεβαίνουμε εδώ. Τι να κάνουμε... Το καρναβάλι θα γίνει χωρίς εμάς. Έλα, θα πάρουμε πάλι το άλλο λεωφορείο που φεύγει για Αθήνα και θα κατέβουμε στο Ρίο.
Χαμογελώντας, κατεβαίνουν στο λιμάνι και κοιτούν.
Γεράσιμος: Κοίτα, όμορφη είναι η Λευκάδα. Πιο ωραία από την Πάτρα... σαν νησί.
Παύλος: Μα νησί είναι. Ένα νησί με μια γέφυρα. Να, εκεί... βλέπεις; Εμείς κοιμόμασταν όταν την περνούσαμε. Το έχω δει στο Ίντερνετ.
Γεράσιμος: Ωραία, πάμε τώρα να το δούμε.
Τα παιδιά κάνουν βόλτες. Πάνε σε μια καφετέρια, άκρη στα παράλια που είναι γεμάτη από φοιτητές που έχουν έρθει για το 3ήμερο των Αποκρεών. Ρωτούν και μαθαίνουν, ότι αύριο έχουν και στη Λευκάδα μεγάλο καρναβάλι.
Παιδιά: Θέλετε να έρθετε στην ομάδα μας; Θα περάσουμε όμορφα και έχει και βραβείο!
Ο Γεράσιμος σκέφτεται...
Γεράσιμος: Τι λες Παύλο; Μένουμε εδώ; Καλά είναι. Να εξερευνήσουμε και το νησί. Ευκαιρία είναι, μιας και η τύχη μας έδειξε αυτό το δρόμο.
Τα παιδιά μένουν στην Λευκάδα και πηγαίνουν σε ένα ξενοδοχείο που έχει καλές τιμές για τη νεολαία. Ο καιρός είναι βροχερός αλλά είναι όμορφα.
Γεράσιμος: Τι θα ντυθούμε τελικά; Πρέπει να πάμε για στολές και να ρωτήσουμε σε ποια ομάδα θα μπούμε για να πάμε να βρούμε κάτι ανάλογο.
Πάνε πάλι στην καφετέρια και ρωτάνε τι θα ντυθούνε.
Παιδιά: Είναι μια ομάδα που είναι γιατροί. Θέλετε να γίνετε και εσείς;
Τα παιδιά κοιτάζουν τα ρούχα και τα αξεσουάρ. Έχει και κάτι γιατρίνες που είναι πολύ κούκλες και κορόιδα είναι να πάνε αλλού; Πάνε σε ένα κατάστημα και νοικιάζουν τις στολές με τα αξεσουάρ. Γιατροί... για πάσα πάθηση... διώχνουν την κατάθλιψη που μας έφερε το ευρώ. Πάνε τα ρούχα στο ξενοδοχείο και μετά για φαγητό. Τρώνε... Κτυπά το τηλέφωνο. Είναι η μαμά του Παύλου.
Ιουλία: Τι κάνετε; Φτάσατε; Είστε καλά; Η τηλεόραση δείχνει την Πάτρα και διάφορα για το καρναβάλι.
Παύλος: Είμαστε πολύ καλά, αλλά αλλάξαμε πορεία και βρεθήκαμε στη Λευκάδα.
Ιουλία: Στη Λευκάδα; Πώς έγινε αυτό; Το καρναβάλι είναι στην Πάτρα.
Παύλος: Έχει και εδώ καρναβάλι και θα πάρουμε μέρος. Έγινε ένα λάθος στο σταθμό και ήρθαμε εδώ. Είναι πολύ ωραίο νησί, έχει πολλά παιδιά και ευκαιρία να το δούμε.
Ιουλία: Μια φίλη μου, μου έχει πει, ότι σε ένα ύψωμα έχει ένα μεγάλο μοναστήρι, την Παναγιά τη Φανερωμένη, να πάτε ν’ ανάψετε ένα κεράκι. Έχει και ζωολογικό κήπο και αρχαιολογικό μουσείο που αξίζει να το δείτε.
Παύλος: Εντάξει, θα πάμε να τα δούμε. Τι θέλεις να σου πάρουμε;
Ιουλία: Μια μικρή εικονίτσα με την Παναγιά τη Φανερωμένη, μπας και σου φανερώσει καμιά δουλειά.
Παύλος: Τι λες βρε μαμά; Για το καρναβάλι ήρθαμε. Γιατροί θα ντυθούμε. Πού να βρούμε δουλειά εδώ; Ηθοποιοί είμαστε.
Ιουλία: Καλά, καλά... πηγαίνετε εσείς και κάτι μπορεί να φανερωθεί.
Τα παιδιά τρώνε και λένε διάφορα για το καρναβάλι μαζί με άλλα παιδιά που κάθονται στο μαγαζί. Φεύγουν... και πάνε να πάρουν το λεωφορείο που πάει πάνω στην Παναγιά τη Φανερωμένη. Είναι πολύ κοντά. Έχει πολύ όμορφη θέα. Φαίνεται όλο το νησί. Έχει λίγο βροχούλα αλλά είναι όμορφα.
Παύλος: Κοίτα Γεράσιμε, πού πηγαίναμε και πού βρεθήκαμε!
Γεράσιμος: Να σου πω την αλήθεια... Καλύτερα. Στην Πάτρα έχουμε ξαναπάει πολλές φορές, μπορεί να είναι και καλύτερα εδώ. Πάντως, έχουμε και ωραίες γιατρίνες. Τι άλλο θέλουμε...
Παύλος: Καλά όλα αυτά, αυτό θα κρατήσει μια μέρα, μετά οι γιατρίνες θα θέλουν να πάμε βόλτα, ποιος θα πληρώσει... ο Ερυθρός Σταυρός; Λες να μας βοηθήσει;
Γεράσιμος: Στην Ελλάδα όλα γίνονται, αφού έχουμε ανάγκη για δουλειά, όπως λέει και η μανούλα σου, μπορεί η Φανερωμένη να μας φανερώσει κανέναν Σκηνοθέτη στο καρναβάλι.
Παύλος: Και τι θα μας κάνει ο Σκηνοθέτης; Εμείς τους γιατρούς θα κάνουμε για το καρναβάλι, λες να έχουν και παραγωγό να το γυρίσουν ταινία και να πάρουμε λεφτά;
Γεράσιμος: Δεν ξέρω. Εσύ τι λες; Αλλά λένε, όποιος πεινάει καρβέλια ονειρεύεται. Πάντως εδώ, έχουν καλό ψωμί... χωριάτικο!
Το λεωφορείο φτάνει στη Μονή. Τα παιδιά κατεβαίνουν και κοιτούν κάτω, πέρα, μακριά. Η θάλασσα με τη βροχή και την ομίχλη φαίνεται πολύ ρομαντική με ένα άγριο χρώμα μπλε σαν το χρώμα που φοράνε οι πιλότοι. Μπαίνουν στη Μονή, ανάβουν τα κεράκια και προσκυνούν.
Γεράσιμος: Φαντάζεσαι να φανερωθεί καμιά δουλειά;
Παύλος: Ναι, εδώ πάνω που έχει δέντρα και βουνά. Μαζί με τα πουλιά θ’ ακουστεί και ο Σκηνοθέτης να λέει: «Πάμε παιδιά». Για παραμυθάκι, καλό είναι. Έλα, πάμε να δούμε το μουσείο.
Το μουσείο είναι πολύ αρχαίων χρόνων. Πολύ καλό για το νησί. Βγαίνουν έξω και πάνε στο αρχονταρίκι. Εκεί, έχει καφέ, λουκουμάκι για γλυκό και κουλουράκια. Έχει αρκετό κόσμο και λόγω της γιορτής και της βροχής έχουν μαζευτεί όλοι εκεί. Ο γέροντας, ο πατέρας Νικηφόρος, τους καλωσορίζει και μιλάει με όλους. Πάει και στα παιδιά.
Γέροντας: Πρώτη φορά έρχεστε στη Φανερωμένη;
Γεράσιμος: Ναι, πρώτη φορά και στη Λευκάδα.
Παύλος: Στην Πάτρα πηγαίναμε, εδώ βρεθήκαμε.
Γέροντας: Ε! Για να έρθετε, κάποιος λόγος θα σας έφερε. Φοιτητές είστε;
Γεράσιμος: Όχι, έχουμε τελειώσει τη Δραματική Σχολή. Ηθοποιοί είμαστε.
Γέροντας: Πώς πάει αυτό το επάγγελμα; Έχετε δουλειά;
Παύλος: Δεν έχουμε. Ούτε ένα ρόλο δεν έχουμε παίξει ακόμα.
Γέροντας: Α! Τόσο καλά!
Παύλος: Ναι, είναι δύσκολο. Δεν έχουμε ξεκινήσει ακόμα δουλειές ούτε στο θέατρο. Είμαστε καινούργιοι και δεν έχουμε και κάποιον γνωστό, έτσι περιμένουμε.
Γέροντας: Μη χάνετε την ελπίδα σας, κάτι θα γίνει. Να! Τώρα που ήρθατε και στη Φανερωμένη μας, μπορεί να σας φανερώσει κάποιο έργο. Την ευλογία της να έχετε και να έρχεστε.
Γεράσιμος: Ναι, αν περάσουμε καλά και βρούμε και δουλειά και έχουμε λεφτά, θα ξανάρθουμε. Είναι πολύ όμορφη η Λευκάδα, από το λίγο που είδαμε.
Τα παιδιά, τους χαιρετούν και φεύγουν παίρνοντας και την εικονίτσα για την κυρία Ιουλία. Βγαίνουν έξω. Έχει κι άλλα παιδιά που ρωτούν για τα λεωφορεία.
Μια παρέα: Εμείς, θα πάρουμε το λεωφορείο που πάει νότια, από την άλλη μεριά της Λευκάδας. Έχει πολύ ωραία θέα.
Τα παιδιά, ανέβηκαν κι αυτοί στο λεωφορείο. Πράσινο ή θάλασσα είναι πανέμορφη. Περνάνε από πολλά μέρη και φτάνουν στο ακρωτήρι με τους μεγάλους βράχους. Θαυμάζουν και κατεβαίνουν για καφέ σε μια καφετέρια. Λένε διάφορα για το καρναβάλι με τα άλλα παιδιά που έχουν έρθει από τα δικά τους χωριά για το καρναβάλι. Το λεωφορείο αδειάζει λίγο-λίγο και επιστρέφει πάλι για να πάρει κι άλλα παιδιά για να πάνε στην Λευκάδα σε δικούς τους, για να είναι κοντά στο καρναβάλι που θα γίνει την Κυριακή.
Τα παιδιά γνωρίζονται και με δύο άλλα παιδιά που θα συμμετέχουν στο ίδιο θέμα με τους «γιατρούς». Φτάνοντας στη Λευκάδα, πάνε για ποτάκι σε ένα μπαράκι. Στο δρόμο πήραν σουβλάκια γιατί πεινούσαν και μ’ αυτή την ευκαιρία είδαν και άλλα δρομάκια της Λευκάδας. Στο μπαράκι περνάνε ωραίες γιατρίνες, έρχονται και οι γιατροί, χορεύουν. Όλοι είναι γνωστοί μεταξύ τους και διασκεδάζουν σαν μια παρέα.
Η παρέα: Θα σκίσουμε αύριο. Θα πάρουμε το πρώτο βραβείο.
(φωνές Ε! Εντάξει, έχουν και τ’ άλλα παιδιά πολύ καλά θέματα.
διάφορες) Όλοι θα κερδίσουμε αφού θα σκίσουμε, θα χορέψουμε, θα κάνουμε και τα καμάκια μας.
Συνεχίζουν να διασκεδάζουν στο μπαράκι. Έχει σχεδόν ξημερώσει.
Γεράσιμος: Πρέπει να φύγουμε. Να κοιμηθούμε λίγο για να προετοιμαστούμε για το καρναβάλι.
Πάνε στο ξενοδοχείο και το ρίχνουν στον ύπνο. Έχει φτάσει μεσημεράκι. Ξυπνούν και κατεβαίνουν για πρωινό. Τρώνε καλά αφού θα πάνε να οργανωθούν για το καρναβάλι στην πλατεία. Το πρωινό είναι πλήρες λευκαδίτικο. Παίρνουν τις στολές σε δύο μικρά βαλιτσάκια και πάνε για την πλατεία στον Άγιο Μηνά. Εκεί, μαζεύονται και μιλάνε. Πολύς κόσμος. Τα παιδιά πάνε και βρίσκουν το δικό τους άρμα. Έχει πολύ ωραία θέματα. Κάνουν πλάκες μέχρι να έρθει η ώρα να ξεκινήσουν.
Το καρναβάλι αρχίζει, τα άρματα με τα θέματα περνούν από την πλατεία του Αγίου Μηνά για να φτάσουν στην παραλία όπου θα βραβευτούν. Τα παιδιά περνούν πολύ ωραία σαν γιατροί του Ερυθρού Σταυρού. Το πανώ γράφει: «Δεν θέλουμε αντικαταθλιπτικό, θέλουμε ευρώ». Πετούν σοκολάτες, διάφορα λούτρινα ζωάκια, σερπαντίνες και χορεύουν μέχρι την παραλία που τερματίζουν. Ο καιρός είναι σχετικά καλός.
Το καρναβάλι φτάνει στην παραλία. Έχει πολύ κόσμο. Εκεί, θα χορέψουν και παραδοσιακούς χορούς. Το γλέντι κρατά μέχρι το πρωί. Τα παιδιά χαιρετούν το γκρουπ και τους ευχαριστούν για τη φιλοξενία επειδή περάσανε πολύ καλά. Υπόσχονται ότι θα έρθουν και του χρόνου στη Λευκάδα κανονικά και όχι από λάθος.
Πάνε για ύπνο και η Καθαρά Δευτέρα που είναι σε λίγες ώρες, θα πάνε βολτίτσα στο νησί που τους είπαν, ότι είναι πολύ όμορφο. Μετά τη Βασιλική, θα πάρουν το πλοίο για την Πάτρα. Έτσι, θα περάσουν και από εκεί. Ξυπνούν και παίρνουν το λεωφορείο για το Νυδρί. Φτάνουν στην παραλία και πάνε για καφέ. Απέναντι βρίσκεται ο «Σκορπιός», το νησί του Ωνάση.
Παύλος: Τι λες Γεράσιμε, πάμε βαρκάδα να το δούμε και από κοντά;
Τα παιδιά περνούν στο Μεγανήσι. Εκεί, έχει ταβερνάκια με ουζερί. Έχει έρθει πολύς κόσμος για τις Απόκριες. Παραγγέλνουν ουζάκι με τα σχετικά σαρακοστιανά. Στο ύψωμα, τα παιδιά πετούν αετούς. Ο Γεράσιμος λέει στον Παύλο.
Γεράσιμος: Τελικά, καλά περάσαμε! Ούτε να το είχαμε προγραμματίσει. Και το νησί είδαμε και τις φιλίες μας κάναμε.
Παύλος: Τι καλά που θα τανε να βρίσκαμε και καμιά δουλειά.
Γεράσιμος: Ε! Πολλά ζητάς! Πού να βρούμε τη δουλειά. Εδώ έχει διακοπές. Λες να υπάρχουν Σκηνοθέτες και να έρθουν και να μας πουν: «Πάμε παιδιά», καλό το ουζάκι, ο χαλβάς, οι γαριδούλες και το χταποδάκι! Καλά θα τανε! Αυτό κάνει για διαφήμιση, όχι για ταινία. Έλα φάε τώρα και πιες το ουζάκι σου. Εδώ ήρθαμε για το καρναβάλι.
Παύλος: Καλά λες. Καλά περνάμε.
Κάνουν μια βολτίτσα στο Μεγανήσι και μπαίνουν στο πλοίο που επιστρέφει στο Νυδρί. Εκεί ρωτούν και μπαίνουν στο λεωφορείο για τη Βασιλική. Εκεί, έχει πολύ ωραίες καφετέριες και πολύ κόσμο λόγω των Αποκρεών. Έχουν έρθει όλα τα παιδιά από Αθήνα. Μετά από μια πανέμορφη διαδρομή φτάνουν στη Βασιλική. Στο λιμάνι, έχει ένα πλοίο που θα φύγει το βραδάκι για Πάτρα. Βγάζουν εισιτήρια και πάνε για καφέ, θα πάνε μετά στην Πάτρα. Παραγγέλνουν καφεδάκι. Έρχεται μια κοπελιά, τους σερβίρει και τους ρωτά:
Σερβιτόρα: Από πού είστε;
Γεράσιμος: Από Αθήνα, ήρθαμε για το καρναβάλι.
Σερβιτόρα: Αυτό το βαλιτσάκι δίπλα σας, δεν είναι αληθινό.
Γεράσιμος: Όχι, δεν είμαστε του Ερυθρού Σταυρού, ηθοποιοί είμαστε. Ντυθήκαμε με το γκρουπ γιατροί.
Σερβιτόρα: Α! Ακούσαμε ότι είχε επιτυχία.
Γεράσιμος: Ναι, καλά ήταν.
Τα παιδιά πίνουν το καφεδάκι τους, κοιτάνε το τοπίο που είναι πανέμορφο. Πολλοί κάνουν σερφ. Η θάλασσα είναι πανέμορφη, το ίδιο και το λιμάνι.


Σκηνή 2:
Τα παιδιά πάνε στο καράβι για να φύγουν. Φτάνουν περπατώντας. Έχει πολύ κόσμο. Ένα πούλμαν κατεβάζει κόσμο. Κοιτούν και ρωτάνε:
Παύλος: Ποιοι είναι όλοι αυτοί που κατεβαίνουν;
Άγνωστος: Είναι μετανάστες. Θα τους πάνε στην Ιταλία. Γυρίζουν πίσω και πρέπει να βοηθήσουμε. Εσείς, είστε γιατροί που περιμένετε;
Γεράσιμος: Οι γιατροί! Να! και η βαλίτσα που έχει το σήμα του Ερυθρού Σταυρού.
Ο Γεράσιμος κοιτάει τον Παύλο. Εκείνος δεν μιλά.
Γεράσιμος: Για πέστε μου κύριε, επειδή ήρθαμε πολύ βιαστικά και μας είπαν από την υπηρεσία ότι θα μας εξηγήσετε εδώ. Τι θα κάνουμε;
Άγνωστος: Θα τους συνοδέψετε γιατί μπορεί κάτι να χρειαστούν και είμαστε υποχρεωμένοι να έχουμε δύο γιατρούς μέχρι την Ιταλία. Μετά θα γυρίσετε πίσω. Εκεί, θα τους αναλάβουν οι Ιταλοί.
Παύλος: Ναι, να τους βοηθήσουμε. Πάμε στο πλοίο να ετοιμαστούμε.
Παίρνει τον Γεράσιμο από το χέρι και βιαστικά μπαίνουν στο πλοίο.
Γεράσιμος: Καλά έκανες! Πάμε Ιταλία αγόρι μου. Οι διακοπές συνεχίζονται.
Παύλος: Μα, δεν έχουμε λεφτά.
Γεράσιμος: Κοίτα, μέχρι εκεί είναι όλα δωρεάν. Εδώ δίνουν φαγητό στους μετανάστες, δεν θα δώσουν σε εμάς, τους γιατρούς;
Παύλος: Καλά, κι αν χρειαστούν κάτι, τι θα κάνουμε;
Γεράσιμος: Προσευχή στη Φανερωμένη να μην χρειαστούν τίποτα σοβαρό όσο για τα απλά, κάτι ξέρουμε.
Παύλος: Βρε Γεράσιμε, μήπως βρούμε κανένα μπελά.
Γεράσιμος: Τι μπελά, όλοι καλά είναι. Να! κοίτα τους. Μπρος, πάμε να βάλουμε τη στολή και ας ελπίσουμε να μην καταλάβουν κάτι. Στο κάτω-κάτω, δεν κάνουμε τίποτα κακό.
Παύλος: Ναι... δεν κάνουμε, απλά γίναμε και εμείς λαθρομετανάστες στην πατρίδα μας, και δεν μου λες, πώς θα γυρίσουμε μετά;
Γεράσιμος: Με το ίδιο πλοίο θα γυρίσουμε πίσω. Έτσι, θα μείνει η Ιταλία; Θα κάνουμε και καμιά βολτίτσα. Έλα πάμε, ευκαιρία είναι.
Παύλος: Βρε τι πάθαμε! Από το ένα απρόοπτο στο άλλο πάμε, να δούμε πότε θα πάμε για γύρισμα.
Γεράσιμος: Θα βρεθεί και αυτό. Τώρα, όλα είναι πιθανά.
Παύλος: Ναι! Θα γυρίσουν έργο οι μετανάστες και θα μας πάρουν για πρωταγωνιστές, να τους βάλουμε μόνο να καθίσουν με αλφαβητική σειρά.
Γεράσιμος: Έλα γκρινιάρη, πάμε να ντυθούμε.
Τα παιδιά βάζουν τη στολή του γιατρού και παλεύουν να συνοδέψουν τους μετανάστες. Τους ρωτούν αν θέλουν κάτι, αν πονάνε κάπου. Ευτυχώς είναι όλοι πολύ καλά γιατί εκεί στη Βασιλική, τους είχαν προσέξει μέχρι να φύγουν. Έτσι, δεν υπάρχει κάποιο ιδιαίτερο πρόβλημα. Όλοι, βρίσκονται στο πλοίο που ξεκινά για την Πάτρα. Φτάνουν εκεί, και όλοι μαζί επιβιβάζονται στο πούλμαν που θα τους πάει στο καράβι για την Ιταλία. Τα παιδιά χαιρετούν την Πάτρα και χαμογελούν. Φτάνουν στο πλοίο, είναι μεγάλο. Το πούλμαν μπαίνει μέσα και όλοι μαζί κατεβαίνουν. Υπάρχουν και δυο γιατροί Ιταλοί που τους καλοδέχονται και τους πάνε στις καμπίνες που έχουν ετοιμάσει για το γκρουπ των μεταναστών. Τα παιδιά βοηθούν όσο μπορούν σε διάφορα. Συμπεριφέρονται σαν κανονικοί γιατροί σαν να παίζουν σε αληθινό σενάριο. Αφού όλα τακτοποιούνται, πάνε στο μπαράκι να ξεκουραστούν. Δεν πίνουν αλκοόλ γιατί είναι σε υπηρεσία. Ακούνε μουσική. Εμφανίζονται δύο Ιταλίδες φοιτήτριες που είχαν πάει στην Πάτρα για το καρναβάλι. Μιλάνε αγγλικά και τους ρωτούν:
Φοιτήτριες: Είστε γιατροί για τους μετανάστες;
Τα κορίτσια χαίρονται, είναι αρκετά νόστιμες, σπουδάζουν θέατρο.
Γεράσιμος: Θέατρο; Υπάρχει ακόμα;
Φοιτήτριες: Ναι, και βέβαια. Στην Ιταλία δουλεύουν πολύ τα θέατρα.
Γεράσιμος: Ε! τότε, όταν πάμε, να έρθουμε να σας δούμε.
Φοιτήτριες: Ναι, να έρθετε. Άμα θέλετε μπορούμε να σας φιλοξενήσουμε.
Τα παιδιά κοιτάζονται.
Γεράσιμος: Δηλαδή;
Φοιτήτριες: Να έρθετε σπίτι μας. Δεν χρειάζεται να πάτε σε ξενοδοχείο.
Γεράσιμος: Εμείς... ξέρετε, πρέπει να φύγουμε με το ίδιο πλοίο γιατί τα εισιτήριά μας είναι πληρωμένα, δεν έχουμε χρήματα.
Τα κορίτσια γελάνε.
Φοιτήτριες: Μην στεναχωριέστε, θα σας φιλοξενήσουμε, θα σας φτιάξουμε και πίτσες, δηλαδή η μαμά μας.
Γεράσιμος: Ε... δεν πειράζει, ας τη φτιάξει και η μαμά, αφού θα είναι τσάμπα. Συγνώμη, αλλά εμείς είμαστε ντόμπροι, λέμε την αλήθεια. Είμαστε μπατιράκια. Να, μόνο τώρα θα βγάλουμε από το μισθό μας όταν γυρίσουμε από την αποστολή.
Φοιτήτριες: Εντάξει, εντάξει, όλα θα γίνουν.
Γεράσιμος: Οι γονείς σας δεν θα πουν κάτι;
Φοιτήτριες: Όχι, όχι. Ίσα-ίσα, που ο πατέρας μου θα χαρεί που είστε γιατροί και βοηθάτε τους μετανάστες. Να, τώρα κάνει κάτι ταινίες μικρού μήκους για το όλο θέμα.
Γεράσιμος: Δηλαδή; Είναι Σκηνοθέτης και κάνει ταινίες μικρού μήκους; Γιατί και εμείς σπουδάσαμε και δουλεύουμε στο θέατρο.
Τα παιδιά κοιτάζονται...
Παύλος: Γεράσιμε, μπορώ να σου πω κάτι;
Τον πάει σε μια γωνιά και του λέει.
Παύλος: Δεν μου λες, ονειρεύομαι; Μήπως δεν έχουμε φύγει από την Αθήνα και βλέπω όνειρο;
Γεράσιμος: Όχι, βρε αδελφέ, αλήθεια είναι.
Παύλος: Και πώς γίνεται αυτό; Ούτε να το είχαμε προγραμματίσει!
Γεράσιμος: Ε! Είναι και αυτό από τα απρόοπτα. Έλα πάμε, θα τους πούμε ότι έχουμε πάει και εμείς σε Δραματική Σχολή, γιατί ο πατέρας της θα καταλάβει ότι είμαστε κανονικοί ηθοποιοί, και πως μετά γίναμε και γιατροί.
Παύλος: Όχι γιατροί, είμαστε εθελοντές, έτσι για χόμπυ.
Γεράσιμος: Α! πάλι καλά, τα μπάλωσες! Έλα, πάμε, μας περιμένουν.
Τα παιδιά πάνε πάλι στα κορίτσια που πίνουν τα ποτάκια τους ενώ αυτοί πίνουν χυμούς λόγω του ότι είναι οι γιατροί των μεταναστών. Είναι ήδη αργά, όταν αποφασίζουν να πάνε για ύπνο.
Παύλος: Καληνύχτα, θα τα πούμε το πρωί.
Φοιτήτριες: Καληνύχτα. Εμένα με λένε Καρολάιν και την ξαδέλφη μου Μάρη.
Παύλος: Καληνύχτα, αν και δεν το βλέπω. Πάμε για ολονυκτία, όπως λέει και η μάνα μου, μερικές φορές που πάει στην εκκλησία και έρχεται αργά το βράδυ.
Γεράσιμος: Γιατί; Για να λένε τα βραδινά νέα της εκκλησίας;
Παύλος: Όχι, βρε χαζέ. Κανονική λειτουργία κάνουν.
Γεράσιμος: Α! εντάξει τότε. Αλήθεια, πού είναι η εικόνα; Μην τη χάσουμε τη Φανερωμένη. Πού να ξέρει η κυρία Ιουλία, ότι θα πάει και στην Ιταλία η εικόνα της!
Παύλος: Βρε, εδώ πάμε εμείς, εσύ για την εικόνα λες;
Γεράσιμος: Δεν ξέρω ποιος πάει, αλλά λες ο πατέρας Νικηφόρος που μας έδωσε την ευχή του να πιάσει η ευλογία του και να βρούμε δουλειά;
Παύλος: Πάντως εγώ, περίμενα κάτι για την Αθήνα, αλλά εμείς ξενιτευόμαστε.
Γεράσιμος: Α! έχεις και παράπονο που πας τζάμπα. Θα μας φιλοξενήσουν, θα μας ταΐσουν, θα πάμε και βόλτες στη Ρώμη... Ε! είσαι πολύ αχάριστος.
Παύλος: Να! καλά δεν είπα εγώ, πως θα κάνουμε ολονυχτία;
Γεράσιμος: Λοιπόν, κοιμήσου, και αν κοιμηθείς μη δεις όνειρο γιατί αυτό το αληθινό, μου αρέσει.
Παύλος: Και εμένα μου αρέσει, να δούμε που θα βγει!
Ξαπλώνουν στα κρεβάτια του πλοίου που πάει για Ιταλία. Το πρωί ξυπνούν, πάνε να δούνε τους μετανάστες, είναι όλοι καλά. Στην Ιταλία μπορεί να βρουν δουλειά. Τους περιποιούνται με πρωινό, ο υπεύθυνος που είναι μαζί, είναι πολύ ευχαριστημένος από τα παιδιά, τους γιατρούς του Ερυθρού Σταυρού! Η αποστολή πάει καλά. Τα παιδιά πάνε στο σαλόνι να βρουν τα κορίτσια. Είναι εκεί και τρώνε πρωινό.
Γεράσιμος: Τις παίζουμε κορώνα - γράμματα; Εμένα, μου αρέσουν και οι δύο.
Παύλος: Και εμένα
Γεράσιμος: Τότε διάλεξε, κορώνα ή γράμματα;
Παύλος: Γράμματα.
Ρίχνουν το κέρμα στο αριστερό χέρι, άρα αριστερά πάει ο Γεράσιμος και δεξιά, όπως κάθονται ο Παύλος, έτσι δεν κάνει κανείς ζαβολιά. Κάθονται δίπλα στα κορίτσια και παραγγέλνουν πρωινό.
Γεράσιμος: Το καρναβάλι καλό στην Πάτρα; Έχετε ξανάρθει;
Καρολάιν: Ναι, έχουμε ξανάρθει και έχουμε φιλοξενήσει και κάτι παιδιά. Πήγαμε και στο καρναβάλι της Βενετίας. Μια εδώ και μια εκεί.
Γεράσιμος: Δηλαδή, υπάρχει φλερτ στην Πάτρα;
Καρολάιν: Α! όχι. Δεν έχουμε βρει ακόμα το άλλο μισό.
Μάρη: Ναι, δεν το έχουμε βρει ακόμα (κοιτάει την Καρολάιν).
Ο Γεράσιμος κοιτάει τον Παύλο και του λέει ελληνικά.
Γεράσιμος: Κάνεις ότι κάνω.
Πιάνει το χέρι της Καρολάιν. Ο Παύλος τον κοιτά και κάνει το ίδιο. Τα κορίτσια σαστίζουν.
Γεράσιμος: Θέλετε να γίνουμε το άλλο σας μισό γιατί μας αρέσετε πάρα πολύ.
Παύλος: Ναι, μας αρέσετε πάρα πολύ.
Τα κορίτσια τους δίνουν και το άλλο χέρι.
Φοιτήτριες: Πάρτε και τα δύο, και σε εμάς αρέσετε. Φαίνεστε καλά παιδιά.
Γεράσιμος: Είδες; Το άλλο μισό το βρήκαμε σε ένα πλοίο και πάμε Ιταλία, να δούμε το άλλο θα γίνει;
Παύλος: Δουλειά θέλω εγώ! Κάποιο ρόλο, κάποια ταινία.
Γεράσιμος: Ε! Είσαι ρε φίλε μου αχάριστος. Ταξίδι πήγαμε, είδαμε ολόκληρο νησί, περάσαμε καλά, πάμε τσάμπα Ιταλία με δύο κουκλάρες και φαίνονται καλά κορίτσια, είναι και ηθοποιοί, τι άλλο θέλεις; Στο κάτω-κάτω, θα δουλεύουν αυτές για μας μέχρι να βρούμε δουλειά. Εγώ με αυτή την κούκλα θα πάω να μαγειρεύω μακαρόνια.
Παύλος: Ξέρεις; Έχεις φτιάξει;
Γεράσιμος: Όχι, αλλά νερό και μακαρόνια... και είναι έτοιμα, αλλά εγώ έχω την Καρολάιν! Τα τρώω και σκέτα. Δεν με νοιάζει.
Παύλος: Ναι, αλλά στο μαγειρείο τα θέλουν όλα, με πολλές συνταγές.
Γεράσιμος: Ε! Άσε με, όλο δύσκολα βάζεις. Όλα θα γίνουν, μην ανησυχείς. Εγώ είμαι ερωτευμένος.
Παύλος: Να... εγώ δεν είμαι, γι’ αυτό φοβάμαι.
Γεράσιμος: Τι φοβάσαι;
Παύλος: Να! τα κορίτσια, που άμα μάθουν ότι δεν υπάρχει σέντι, μπορεί να μη μας θέλουν.
Γεράσιμος: Τι λες βρε βλάκα, δεν είναι τέτοιες, γι’ αυτό την ερωτεύθηκα εγώ! Όλα τα έχουμε, είμαστε τυχεροί.
Αγκαλιάζουν τα κορίτσια και πάνε μια μικρή βόλτα στο πλοίο γιατί έχουν και δουλειά. Πρέπει να πάνε στους μετανάστες να δουν τι κάνουν. Σε λίγες ώρες θα φτάσουν στην Ιταλία να τους παραδώσουν και μετά είναι ελεύθεροι. Παίρνουν τηλέφωνο την κυρία Ιουλία.
Παύλος: Μάνα, βίρα τις άγκυρες! Ξέρεις πού πάμε;
Ιουλία: Πού πάτε βρε τρελόπαιδα;
Παύλος: Στην Ιταλία.
Ιουλία: Στην Ιταλία; Τι θα κάνετε εκεί;
Παύλος: Πάμε σε ειδική αποστολή και μετά θα κάνουμε διακοπές. Η εικονίτσα σου ταξιδεύει μαζί μας μέχρι τώρα. Μας φανέρωσε δύο όμορφα και καλά κορίτσια.
Ιουλία: Α! Μπράβο παιδιά. Καλά να περάσετε. Πότε θα γυρίσετε; Έχετε λεφτά;
Παύλος: Όλα θα τα βρούμε, μη στεναχωριέσαι. Πάνε όλα καλά.
Το πλοίο φτάνει στο λιμάνι της Αγκόνας. Τα παιδιά βοηθούν τους μετανάστες. Είναι όλοι καλά. Ο υπεύθυνος ευχαριστεί τους γιατρούς και μπαίνει στο πούλμαν να τους πάει στο ξενοδοχείο. Η αποστολή έχει τελειώσει. Τα παιδιά παίρνουν τα πράγματά τους, βγάζουν τις στολές, τις βάζουν στα βαλιτσάκια και πάνε να βρουν τα κορίτσια. Τα κορίτσια είναι μαζί και τους περιμένουν να κατέβουν από το πλοίο.
Γεράσιμος: Τώρα, πού πάμε;
Καρολάιν: Έχει έρθει ο μπαμπάς μου να μας πάρει. Πάμε να τον βρούμε.
Παύλος: Εμείς;
Καρολάιν: Του το έχουμε πει, μας περιμένει.
Παύλος: Α! Εντάξει, τότε.
Προχωράνε. Σε λίγο, ένας κύριος τους χαιρετά από μακριά. Η Καρολάιν του μιλάει στα ιταλικά.
Καρολάιν: Μπαμπά, ερχόμαστε.
Μόλις συναντιούνται, αγκαλιάζονται. Τους καλωσορίζει και χαιρετά τα παιδιά. Η Καρολάιν τους συστήνει. Το όνομά του είναι Βενέδικτος.
Καρολάιν: Φιλαράκια μπαμπά... και μάλιστα πολύ καλά.
Βενέδικτος: Ναι. Φαίνονται καλά παιδιά.
Μπαίνουν όλοι μαζί στο αμάξι. Τα κορίτσια μιλάνε ιταλικά. Η Καρολάιν, λέει στον μπαμπά της, πώς πέρασαν στην Πάτρα, στο καρναβάλι και πώς γνωρίστηκαν με τα παιδιά. Το ίδιο λέει και η Μάρη, το πόσο όμορφα πέρασαν! Μετά από καμιά ωρίτσα φτάνουν σε μια όμορφη πόλη, που βρισκόταν πάνω σε ύψωμα, ορεινή με πολύ πράσινο. Ο κύριος Βενέδικτος παρκάρει στο σπίτι και τα παιδιά κατεβαίνουν, παίρνουν τις βαλίτσες και μπαίνουν στο σπίτι.
Γεράσιμος: Πολύ όμορφο, δεν είναι Παύλο;
Παύλος: Πολύ όμορφο και το σπίτι και η Ιταλία και ας έχουμε δει μόνο αυτή την πόλη! Αλλά βρε φίλε, νομίζω ότι βλέπω όνειρο.
Γεράσιμος: Ε... άντε πάλι! Δεν βλέπεις; Είναι όλα αληθινά.
Η Καρολάιν έρχεται προς το μέρος τους και τους ρωτά.
Καρολάιν: Τι έγινε παιδιά; Σας αρέσει εδώ; Είναι όμορφη η πόλη μας;
Γεράσιμος: Αν μας αρέσει; Είναι όλα πανέμορφα. Αλλά... έλα εδώ.
Την τραβά κοντά του απαλά και της δίνει ένα φιλί
Γεράσιμος: Μα... πιο πολύ χαρούμενο, με κάνει... ότι αισθάνομαι ερωτευμένος.
Καρολάιν: Το ίδιο και εγώ.
Ο Παύλος κοιτά τη Μάρη που φτιάχνει τις βαλίτσες, την παίρνει αγκαλιά και της λέει:
Παύλος: Εσύ, είσαι ερωτευμένη μαζί μου;
Μάρη: Είμαι, πάρα πολύ!
Τον αγκαλιάζει και τον φιλά.
Γεράσιμος: Σιγά, νομίζει ότι θα ξυπνήσει από το όνειρο!
Μάρη: Ποιο όνειρο; Είναι αλήθεια, μου αρέσεις πολύ. Τι καλά που θα ήταν να μπορούσατε να μείνετε εδώ πολύ καιρό. Θα περνάγαμε καλά, θα παίζαμε και στο θέατρο μαζί.
Ο Γεράσιμος κρατώντας την Καρολάιν αγκαλιά της λέει:
Γεράσιμος: Δηλαδή, πόσο καιρό μπορείτε να μας ανεχτείτε εδώ;
Καρολάιν: Για πάντα.
Γεράσιμος: Ε! Σιγά, εδώ δεν είναι θέατρο για να τελειώσει η παράσταση. Εδώ μιλάμε για μας.
Καρολάιν: Μα, αλήθεια λέω. Είσαι το άλλο μου μισό!
Μάρη: Το ίδιο ισχύει και για μένα Παύλο.
Γεράσιμος: Ε! Τότε, μένουμε εδώ για όσο θέλετε αλλά κι αν μας διώξετε, δεν θα φύγουμε.
Καρολάιν: Χαζές είμαστε να σας διώξουμε. Πού θα βρούμε πάλι τόσο καλά και όμορφα παιδιά. Είστε και ηθοποιοί και γιατροί.
Παύλος: Ναι. Αυτό δεν πρέπει να το ξεχνάμε, ότι η μεταμφίεση σε γιατρούς στο καρναβάλι μας έφερε εδώ. Εγώ, το βαλιτσάκι με τη στολή θα την κρατήσω για ενθύμιο.
Γεράσιμος: Το ίδιο και εγώ. Αλήθεια, εσείς τι είχατε ντυθεί στο άρμα σας στην Πάτρα;
Καρολάιν: Εμείς, είμασταν νεραϊδούλες!
Γεράσιμος: Α! Πολύ όμορφες πρέπει να ήσασταν.
Καρολάιν: Να! Ελάτε να δείτε, έχουμε τις φωτογραφίες.
Κάθονται στα κρεβάτια και βλέπουν τις φωτογραφίες με το άρμα των κοριτσιών που ήσαν «Νεράιδες».
Παύλος: Κοίτα, αν δεν πηγαίναμε στην Πάτρα, μπορεί και να μη γνωριζόμασταν ποτέ. Αυτά είναι τυχερά!
Μάρη: Εμείς, πιστεύουμε στη μοίρα.
Παύλος: Και εμείς! Φανερωθήκατε, εκεί που δεν σας περιμέναμε. Έτσι τώρα, είμαστε μαζί. Αν μάθουμε και ιταλικά και εσείς ελληνικά, θα είναι ακόμα πιο καλά.
Μάρη: Δεν πειράζει, καλά είναι και τα αγγλικά. Τι να κάνουμε! Όλα δεν τα βρίσκεις! Άμα θέλαμε Ιταλούς θα τους είχαμε βρει. Ε... Καρολάιν;
Καρολάιν: Ναι.
Γεράσιμος: Και εμείς, άμα θέλαμε Ελληνίδες, θα τις βρίσκαμε. Ε... Παύλο;
Παύλος: Ναι, ναι. Είμαστε χαρούμενοι.
Ο κύριος Βενέδικτος, έχει φτιάξει μια πολύ ωραία μακαρονάδα και πίτσα για να φάνε όλοι μαζί. Κατεβαίνουν κάτω και κάθονται στο τραπέζι. Η πείνα τους έχει θερίσει. Όλα είναι πολύ νόστιμα.
Γεράσιμος: Μπράβο, μπράβο κύριε Βενέδικτε. Όλα ήταν πολύ καλά. Σας ευχαριστούμε πολύ.
Βενέδικτος: Χαρά μου να σας φιλοξενώ μαζί με την κόρη μου. Να κάτσετε όσο θέλετε.
Παύλος: Ευχαριστούμε, ευχαριστούμε πολύ.
Όλοι είχαν ένα ξεκούραστο βράδυ και τα παιδιά είναι πολύ ευχαριστημένα.


Σκηνή Πρωινό:
Σε αυτή την όμορφη καταπράσινη πόλη, τα παιδιά ξυπνούν και κατεβαίνουν στην τραπεζαρία. Εκεί, είναι τα κορίτσια, τους έχουν φτιάξει ένα πρωινό ιταλικό. Τα αγόρια τις αγκαλιάζουν και τις φιλούν.
Παύλος: Εγώ, λέω να μείνω εδώ συνέχεια. Έτσι είναι και το δικό σας σπίτι Μάρη, τόσο φιλόξενο και έχει εσένα με τόση αγάπη και ομορφιά που την χαρίζεις σε μένα;
Μάρη: Έχει, ότι θέλεις Παύλο.
Καρολάιν: Ελάτε να φάτε γρήγορα, θα σας πάμε βόλτα να δείτε την πόλη.
Γεράσιμος: Α! Αρχίζουν ακόμα καλύτερα πράγματα (αγκαλιάζει και φιλά την Καρολάιν), εγώ πάω να ετοιμαστώ. Έλα Παύλο, σήκω πάμε βόλτα.
Μπαίνουν στο αμάξι της Καρολάιν και ξεκινούν. Ο καιρός είναι καλός, έχει ήλιο με λίγο κρύο.
Γεράσιμος: Ο μπαμπάς σου, πού είναι;
Καρολάιν: Είναι στη δουλειά, έχουν γύρισμα. Μετά μπορεί να περάσουμε από το στούντιο να τον δούμε γιατί θα έρθει το βράδυ.
Βάζουν μουσική και ξεκινούν. Ο Παύλος με τη Μάρη κάθονται πίσω αγκαλιασμένοι.
Παύλος & Μάρη: Πάμε όπου θέλετε!
Ξεκινά ένα μικρό οδοιπορικό στην όμορφη ορεινή πόλη της Ιταλίας. Έχει περάσει πολύ ώρα και σταματούν σε μια καφετέρια. Κατεβαίνουν και μπαίνουν μέσα. Κάθονται και παραγγέλνουν ζεστούς καφέδες.
Μάρη: Πώς είδατε την πόλη μας μέχρι τώρα;
Παύλος: Πολύ όμορφη αλλά και άσχημη να ήταν, αφού εσείς είστε όμορφες, δεν μας νοιάζει για τίποτα άλλο.
Οι καφέδες έρχονται, πίνουν και συζητάνε, όταν από την απέναντι μεριά σηκώνονται δύο νεαροί και έρχονται κοντά τους.
Σαββίνος & Ιουλιανός: Γεια σας.
Καρολάιν & Μάρη: (κοιτούν) Α! γεια σας
Καρολάιν: Γεια σας. Να σας συστήσουμε. Τα παιδιά είναι Έλληνες, φίλοι μας (το ίδιο λέει στον Γεράσιμο και στον Παύλο). Είναι φίλοι και συνάδελφοι. Παίζουμε μαζί στο θέατρο, είναι και αυτοί ηθοποιοί.
Οι νεαροί, παίρνουν δύο καρέκλες και χωρίς να ρωτήσουν, κάθονται δίπλα στα αγόρια.
Σαββίνος: Τι να κεράσουμε, τι θέλουν τα παιδιά;
Τα παιδιά κοιτάζονται, δεν τους αρέσει πολύ η μούρη τους αλλά αφού είναι φίλοι των κοριτσιών, δεν πειράζει.
Γεράσιμος: Φέρτε δύο μπύρες.
Ιουλιανός: Τι μόνο; Εμείς εδώ, πίνουμε πολύ. Είναι ορεινό το χωριό μας και έχουμε καλές μπύρες!
Γεράσιμος: Δεν αμφιβάλλουμε, μα ακόμα είναι μεσημέρι και έχουμε να πάμε ακόμα κάτι εκδρομούλες να γνωρίσουμε την πόλη σας.
Σαββίνος: Ε! Πάτε και αύριο. Ελάτε, θα περάσουμε καλά.
Τα κορίτσια κοιτάζονται και η Καρολάιν λέει:
Καρολάιν: Πάμε λίγο στην τουαλέτα μέχρι να έρθουν οι μπύρες.
Τα κορίτσια βγαίνουν έξω και συζητούν.
Καρολάιν: Τι γίνεται τώρα; Αυτοί ζήλεψαν. Δεν μας έχουν δει ποτέ με αγόρια μόνες μας για καφέ και κατάλαβαν ότι κάτι τρέχει.
Μάρη: Και τι θα κάνουμε;
Καρολάιν: Τίποτα. Απλά θα τους πούμε ότι είναι τα αγόρια μας και έτσι θα λήξει η ιστορία. Αν τους θέλαμε, τόσο καιρό θα ήταν αυτά τα αγόρια μας αλλά δεν θέλουμε με το ζόρι.
Μάρη: Ναι, καλά λες.
Καρολάιν: Πάμε, να τελειώσει αυτή η ιστορία.
Τα κορίτσια πάνε στο τραπέζι και κάθονται. Το τραπέζι έχει γεμίσει μπύρες από τα κεράσματα των φίλων τους.
Καρολάιν: Λοιπόν, εμείς κερνάμε το φαγητό. Φώναξε Μάρη το γκαρσόν να παραγγείλουμε και να τους πούμε και τα νέα.
Ιουλιανός: Ποια νέα;
Καρολάιν: Να, ο Γεράσιμος και ο Παύλος είναι τα αγόρια μας, αγαπιόμαστε.
Ιουλιανός: Τόσο γρήγορα αγαπηθήκατε; Δεν λείπατε πολύ καιρό, πότε προλάβατε;
Γεράσιμος: Δεν χρειάζεται πολύς καιρός.
Μετά από εξήγηση που του έκανε η Μάρη, τι λένε... ο Γεράσιμος και ο Παύλος αγκαλιάζουν τα κορίτσια και σηκώνουν τα ποτήρια.
Γεράσιμος & Παύλος: Στην υγειά σας και γρήγορα και εσείς να βρείτε το άλλο σας μισό.
Τρώνε και πίνουν αναγκαστικά με δύο παιδιά που φαίνεται ξεκάθαρα ότι δεν συμπάθησαν τους Έλληνες που τους πήραν τα κορίτσια. Έτσι φεύγουν και λένε:
Σαββίνος: Θα τα πούμε αύριο που ανοίγει το θέατρο. Θα έρθετε να μας δείτε;
Γεράσιμος: Ναι, θα έρθουμε, μάθαμε ότι το έργο είναι καλό.
Ιουλιανός: Ναι, πολύ καλό. Το φινάλε έχει δύο γάτους. Παντρευόμαστε στο έργο.
Γεράσιμος: (στα ελληνικά) Α! τότε εντάξει. Γι’ αυτό κανονικά θα τις παντρευτούμε εμείς. Τι λες Παύλο;
Παύλος: Το γοργόν και χάριν έχει. Πάμε στο αυτοκίνητο. Μέχρι αύριο που θα τους ξαναδούμε, υπομονή.
Φεύγουν αγκαλιασμένοι και πάνε βόλτα σε κάποια άλλα μέρη της πόλης. Περνούν ωραία. Φτάνουν στην αγορά όπου έχει πολλά μαγαζιά. Κάνουν βόλτες. Ο Γεράσιμος λέει στον Παύλο:
Γεράσιμος: Έλα εδώ, σε θέλω (τον τραβά σε μια άκρη). Τι λες παίρνουμε δύο τριαντάφυλλα και δύο όμορφα δαχτυλίδια και ν’ αρραβωνιαστούμε; Δουλειά ψάχνουμε, κορίτσια βρήκαμε, εμένα μου αρέσει και θα ήθελα να την παντρευτώ. Όσο περνάει ο καιρός τόσο πιστεύω στην τύχη.
Παιδιά: (πάνε στα κορίτσια). Μπορούμε να λείψουμε μισή ωρίτσα; Θέλουμε να πάμε μια βολτίτσα μόνοι μας.
Μάρη: Να πάτε και εμείς θα πάμε.
Τα παιδιά περπατούν και βρίσκουν ένα ανθοπωλείο. Μπαίνουν και ζητάνε από ένα τριαντάφυλλο και μια καρτούλα για να γράψουν Σ’ ΑΓΑΠΩ. Η κυρία τους εξυπηρετεί, ξέρει και ελληνικά, έτσι η συναλλαγή γίνεται καλύτερα.
Παιδιά: Θα ξανάρθουμε.
Κυρία: Να ξανάρθετε όποτε θέλετε.
Παίρνουν τα λουλούδια και βρίσκουν ένα μαγαζί που έχει κοσμήματα.
Παύλος: Λες να είναι ακριβά;
Γεράσιμος: Θα δούμε. Έτσι κι αλλιώς με τα κορίτσια, όσες μέρες κάτσουμε δεν θα πληρώσουμε, πες ότι τα χαλάσαμε στις διακοπές.
Παίρνουν δύο όμορφα δαχτυλίδια, πολύ φτηνά αλλά πολύ όμορφα για την ηλικία τους.
Γεράσιμος: Είναι ότι πρέπει. Άμα γίνουμε μεγάλοι STAR θα τους παίρνουμε ακριβά. Τώρα είμαστε χωρίς δουλειά.
Παύλος: Τι μου το θυμίζεις και το είχα ξεχάσει.
Γεράσιμος: Μην απελπίζεσαι. Θα βρούμε. Όλα θα γίνουν.
Παύλος: Εσύ, είσαι καλός για αισιόδοξα σενάρια, αλλά πού να τις βρούμε.
Γεράσιμος: Ουφ! Με ζάλισες. Πάμε, τα κορίτσια θα μας περιμένουν.
Πάνε στο σημείο που είχαν ραντεβού. Τα κορίτσια περιμένουν σε μια καφετέρια που έχει πολύ νεολαία.
Γεράσιμος & Παύλος: Γεια σας.
Τους προσφέρουν τα λουλούδια και παίρνουν το χέρι τους και τους φορούν το δαχτυλίδι.
Παύλος: Θέλουμε να σας αρραβωνιαστούμε και θα νιώθουμε καλύτερα να ξέρουμε ότι δεν θα σας πάρουν οι Ιταλοί που έχουν και δουλειά στο θέατρο, ενώ εμείς ακόμη ψάχνουμε.
Καρολάιν: Θα βρείτε. Μέχρι τότε, θα δουλεύουμε εμείς.
Γεράσιμος: Α! Εμείς οι Έλληνες δεν το δεχόμαστε αυτό.
Καρολάιν: Δεν ξέρω, τι δέχεστε αλλά ξέρω τι θα πουν οι συνάδελφοί μας, τώρα που έμαθαν για το δεσμό μας. Θα μας κάνουν πόλεμο!
Μάρη: Ε! Ας μας κάνουν. Θα πάμε και εμείς στην Ελλάδα μαζί με τα παιδιά.
Ο Γεράσιμος κοιτά τον Παύλο αμήχανα.
Καρολάιν & Μάρη: Κάτι κακό συμβαίνει. Δεν θέλετε;
Παύλος: Εμείς θέλουμε αλλά ακόμη δεν μπορούμε να βρούμε δουλειά. Πώς θα κάτσετε; Εσείς εδώ έχετε δουλειά, είναι σίγουρα.
Καρολάιν: Ποτέ, πουθενά, δεν είναι σίγουρα για κανέναν.
Γεράσιμος: Αφήστε τα αυτά, πάμε σπίτι να ανάψουμε το τζάκι να ξεκουραστούμε αγκαλίτσα;
Καρολάιν: Το τζάκι, το έχει ανάψει ο μπαμπάς μου και μας περιμένει να του πούμε τα νέα. Εσύ Μάρη, θα το πεις στους δικούς σου;
Μάρη: Ναι, το βραδάκι που θα πάω, θα τους τα πω να χαρούν.
Τα παιδιά φτάνουν στο σπίτι. Ο κύριος Βενέδικτος, τους καλωσορίζει και τους σερβίρει ένα πολύ ωραίο γλυκό που έφερε με ένα γλυκό ποτό, έτσι για τον αρραβώνα των παιδιών.
Βενέδικτος: Μπράβο παιδιά! Να ζήσετε και γρήγορα να παντρευτείτε αφού απ’ ότι καταλαβαίνω έχετε βρει το άλλο σας μισό.
Παύλος: Ναι, ναι. Αυτό είναι.
Κάθονται δίπλα στο τζάκι ακούγοντας μουσική. Εκεί, τους παίρνει και ο ύπνος. Έχουν κουραστεί, μεγάλη μέρα περάσανε και αύριο τα κορίτσια αρχίζουν δουλειά. Το πρωί κατεβαίνει ο κύριος Βενέδικτος φωνάζοντας.
Βενέδικτος: Ε! Ξυπνήστε, ξημέρωσε. Έχω φτιάξει πρωινό και ζεστό καφέ.
Καρολάιν: Ευχαριστούμε μπαμπά.
Και πάει να σερβίρει τον καφέ.


Σκηνή 3:
Τα παιδιά συζητάνε για το θέατρο αν έχουν καλούς ρόλους και πότε τελειώνουν.
Μάρη: Το καλοκαίρι τελειώνει η σεζόν μετά θα έρθουμε στην Ελλάδα για διακοπές.
Παύλος: Να έρθετε για πάντα, να παντρευτούμε κιόλας. Όλα τα έχουμε, τι άλλο να περιμένουμε.
Γεράσιμος: Και δουλειά;
Παύλος: Α! Τώρα το έμαθα το μάθημα. Δουλειά θα βρούμε. Βαρέθηκα να είμαι απαισιόδοξος. Τι λέτε κορίτσια;
Μάρη: Πολύ μας αρέσει, αφού μας θέλετε... θα έρθουμε.
Παύλος: Δηλαδή για πάντα Ελλάδα;
Καρολάιν: Ναι, άλλωστε ερχόμαστε συχνά.
Γεράσιμος: Ο μπαμπάς σου;
Καρολάιν: Ε! Ο μπαμπάς πάει και έρχεται, δεν θα έχει πρόβλημα.
Γεράσιμος: Οι δικοί σου Μάρη;
Μάρη: Ε! και ο δικός μου μπαμπάς πάει και έρχεται. Νομίζω, ότι θα κάνει μεγάλη χαρά που οι κόρες του θα πάρουν δύο καλά παιδιά και θα είναι μαζί.
Παύλος: Δηλαδή;
Γεράσιμος: Δηλαδή, δεν κατάλαβες; Είναι αδελφές.
Παύλος: Τι αδελφές; Και γιατί δεν μας το είπατε;
Μάρη: Γιατί δεν ξέραμε τι θα γινόταν και θέλαμε να προστατευτούμε αν κάποιος έδιωχνε τη μία έξω από το παιχνίδι.
Παύλος: Κοίτα φίλε μου... Έξυπνο!
Μάρη: Ε! Τι χαζές μας θέλατε;
Παύλος: Όχι, όχι, έξυπνες, όπως είστε.
Μάρη: Λοιπόν πηγαίνετε καμιά βολτίτσα να κάνουμε και εμείς τις δουλίτσες μας, να φτιάξουμε και φαγητό γιατί το απόγευμα πρέπει να πάμε στη δουλειά.
Παύλος: Ναι, υπάρχει και αυτή για μερικούς. Εμείς δεν ξέρουμε θα τη βρούμε καμιά μέρα!
Μάρη: Θα τη βρείτε. Άντε πηγαίνετε και αφήστε μας να κάνουμε τις δουλειές μας.
Τα παιδιά βγαίνουν έξω, κάνουν βολτίτσα για να δουν την πόλη. Να και το ανθοπωλείο. Μπαίνουν μέσα και λένε στην κυρία.
Γεράσιμος: Θέλουμε δύο μπουκέτα το βράδυ. Να τα πάτε στο θέατρο για δύο κοπέλες, την Καρολάιν και τη Μάρη.
Κυρία: Α! ναι, τα ξέρουμε τα κορίτσια. Πολύ καλά και καλές ηθοποιοί.
Γεράσιμος: Να ξέρετε, αρραβωνιαστήκαμε.
Κυρία: Α! Μπράβο! Συγχαρητήρια παιδιά. Είναι πολύ καλές, χαριτωμένες, νοικοκυρές.
Γεράσιμος: Το καταλάβαμε και γι’ αυτό δεν θέλουμε να τις πάρει κάποιος άλλος. Έτσι, περάσαμε δαχτυλίδια που λέμε εμείς οι Έλληνες.
Κυρία: Ε! Και εγώ Ελληνίδα είμαι και ξέρω, Ιταλό πήρα, έχουμε τα ίδια έθιμα. Μπράβο παιδιά, πολύ χάρηκα.
Παύλος: Από πού είστε;
Κυρία: Από την Λευκάδα, το νησί το όμορφο. Έχετε πάει;
Παύλος: Αν έχουμε πάει; Ναι, και είναι πολύ όμορφη.
Κυρία: Πήγατε στη Φανερωμένη;
Παύλος: Πήγαμε, ωραία ήταν.
Κυρία: Εγώ πάω κάθε χρόνο το καλοκαίρι, έχουμε ένα σπιτάκι εκεί σ’ ένα χωριό και ξεκουραζόμαστε. Άμα ξανάρθετε, να έρθετε στο χωριό μας, Άγιο Στέφανο τον λένε. Απ’ εκεί, βγαίνει η πρώτη Ανατολή του νησιού γιατί είναι πολύ ψηλά.
Γεράσιμος: Θα έρθουμε να σας βρούμε.
Κυρία: Κυρία Ελένη με λένε. Σας περιμένω και όταν έρχεστε στην πόλη μας, εδώ στην Ιταλία, πάλι να ξανάρχεστε.
Γεράσιμος: Ευχαριστούμε για τη γνωριμία, θα τα ξαναπούμε.
Τα παιδιά φεύγουν για βολτίτσα. Το βράδυ, θα πάνε στο θέατρο. Εκεί που περπατούσαν, δεν έχουν δει τους δύο Ιταλούς που τους παρακολουθούν. Όταν τους βλέπουν μπροστά τους.
Σαββίνος & Ιουλιανός: Βρε γεια, τι κάνετε; (μισά ελληνικά, μισά αγγλικά)
Γεράσιμος: Καλά, καλά.
Σαββίνος: Πάμε για μπύρα και πίτσα, κερνάμε.
Παύλος: Όχι, όχι, μας περιμένουν τα κορίτσια για φαγητό, θα αργήσουμε.
Ιουλιανός: Όχι καλέ, νωρίς είναι ακόμα. Να εδώ θα κάτσουμε, ελάτε.
Τα παιδιά δεν μπορούν να κάνουν αλλιώς, αναγκάζονται να πάνε στη μπυραρία. Κάθονται και οι Ιταλοί παραγγέλνουν μπύρες διπλές.
Σαββίνος: Θα περάσουμε ωραία, αφού γνωρίσατε τα κορίτσια θα γνωρίσετε και εμάς. Θα κάνουμε καλή παρεΐτσα.
Γεράσιμος: Λες βρε Παύλο να είναι καλά παιδιά και τα παρεξηγήσαμε;
Σαββίνος: Δεν μου λες εσύ, αν ήσουν καψούρης χρόνια με μία γκόμενα και περίμενες από μέρα σε μέρα να σου πει το ναι, όταν την έβλεπες με άλλον, πόσο καλός θα ήσουν;
Γεράσιμος: Πω! Πω! Θα τρελαινόμουν. Να! όπως τώρα με την Καρολάιν, αν μου έλεγε τέρμα, δεν ξέρω πότε θα ξαναερωτευόμουν.
Σαββίνος: Είδες; Άρα πόσο καλοί να είναι και αυτοί;
Παύλος: Πρόσεχε, μην πιούμε πολύ γιατί τα κορίτσια περιμένουν για φαγητό.
Γεράσιμος: Εντάξει.
Συνεχίζουν να πίνουν τη μπυρίτσα τους. Ο ένας πάει για λίγο μέσα.
Ιουλιανός: Θα πω να φέρουν κι άλλες.
Πάει μέσα και φωνάζει την κοπέλα που σερβίρει.
Ιουλιανός: Εσύ, δεν μου έλεγες τόσο καιρό να βγούμε; Ήρθε η ώρα, αλλά θέλω μια χάρη.
Φλώρα: Τι χάρη;
Ιουλιανός: Να, μέσα στη μπύρα αυτών των χαζών, να βάλεις και ουίσκι.
Φλώρα: Μα, θα μεθύσουν αμέσως.
Ιουλιανός: Αυτό θέλουμε και εμείς, να τους πάρουμε σηκωτούς και όταν έρθεις να φέρεις τις μπύρες, κάτσε στα πόδια του ενός να σας βγάλω φωτογραφία.
Φλώρα: Εντάξει. Πότε θα βγούμε;
Ιουλιανός: Αύριο, μόλις τελειώσω το θέατρο, θα έρθω να σε πάρω.
Ξαναπάει στο τραπεζάκι με το πιάτο με τα μεζεδάκια.
Ιουλιανός: Είναι πολύ ωραία, φάτε.
Παύλος: Όχι, ευχαριστούμε. Μας περιμένουν για φαγητό.
Σαββίνος: Ε! Δεν πειράζει, λίγο δεν κάνει κακό. Να! και οι μπυρίτσες μας.
Γεράσιμος: Δεν θέλουμε άλλο.
Σαββίνος: Πιείτε αυτές και τέρμα.
Τα παιδιά πίνουν πάλι για να τελειώσουν να φύγουν. Όταν έρχεται η κοπέλα να φέρει τα μεζεδάκια, κάθεται πάνω στον Γεράσιμο και του λέει:
Φλώρα: (στα ιταλικά) Είσαι πολύ όμορφος.
Ιουλιανός: Ε! Στάσου, να σας βγάλω μία αναμνηστική φωτογραφία (τους βγάζει). Πήγαινε και στον Παύλο να έχει και αυτός μία για ενθύμιο.
Ο Παύλος δεν θέλει αλλά τι να κάνει. Τα παιδιά πίνουν τη μπύρα με το ουίσκι. Μέχρι να τελειώσει η μπύρα, αρχίζουν να ζαλίζονται. Συνεχίζουν και πίνουν και το άλλο ποτήρι μπύρα μέχρι που πέφτουν ξεροί στις καρέκλες. Όλο γελάνε, κλαίνε. Μέθυσαν παντελώς.
Ιουλιανός: Τώρα αρχίζει η δράση. Να τους βάλουμε μέσα στο αυτοκίνητο και να τους στείλουμε πίσω στην Ελλάδα. Να τελειώνουμε.
Βάζουν την κοπέλα και γράφει ένα σημείωμα, ότι είναι τα κορίτσια και δεν θέλουν να είναι άλλο μαζί. Ο ρόλος τελείωσε. Κοροϊδεύανε. Είχαν βάλει στοίχημα με τα αγόρια, ότι σε λίγες ημέρες θα τις ζητούσαν σε γάμο και κέρδισαν! Κέρδισαν δώρο ένα ταξίδι στην Ελλάδα. Έτσι, έρχονται κάθε χρόνο κοροϊδεύοντας τους Έλληνες.
Το βάζουν στην τσέπη του Γεράσιμου και τους πάνε στο αυτοκίνητο. Φεύγουν κατευθείαν για το λιμάνι και τους βάζουν στο πλοίο.
Σαββίνος: Μέχρι να ξεμεθύσουν, θα έχουν φτάσει στην Ελλάδα!
Φτάνουν στο πλοίο, γελώντας και κοροϊδεύοντας τα παιδιά, ότι τα πάνε στο σπίτι τους και θα ρθουν τα κορίτσια να τους πάρουν. Μπαίνουν μέσα στο πλοίο, βγάζουν τα εισιτήρια και λένε ότι οι φίλοι τους είναι λίγο ζαλισμένοι.
Υπεύθυνος: Εντάξει, συμβαίνουν αυτά, όλοι στις διακοπές τα πίνουμε.
Σαββίνος: Σε πόση ώρα φεύγει το πλοίο;
Υπεύθυνος: Το πολύ σε ένα τέταρτο.
Σαββίνος: Α! Εντάξει. Μέχρι τότε θα έχουμε τακτοποιηθεί.
Παίρνουν και βάζουν το αυτοκίνητο σε μια άκρη. Δίνουν και τα 4 εισιτήρια και λένε:
Ιουλιανός: Πάμε λίγο πάνω να φέρουμε καφέδες για να ξυπνήσουν οι φίλοι μας.
Πάνε επάνω, παίρνουν τους καφέδες και κατεβαίνουν γρήγορα κάτω. Ο ένας από εδώ και ο άλλος από εκεί. Την κοπανάνε. Βγαίνουν έξω και τρέχουν να βγουν από το λιμάνι. Μπαίνουν σ’ ένα ταξί και πίσω στην πόλη τους. Γελάνε με αυτό που κάνανε στους ανταγωνιστές τους.
Σαββίνος: Μέχρι να ξυπνήσουν, θα έχουν φτάσει στην Ελλάδα και τότε σίγα μην ξανάρθουν! Θα βρούνε και το γράμμα και μέχρι να θυμηθούν τι έχει συμβεί, θα έχουν ξεχάσει τα κορίτσια μας.
Φτάνουν στα σπίτια τους. Τα κορίτσια έχουν ανησυχήσει.
Μάρη: Πού πήγαν τα παιδιά; Λες να πήγαν καμιά εκδρομούλα με το πούλμαν και να γυρίσουν το βραδάκι για την παράσταση; Εξάλλου, πώς να μας ειδοποιήσουν; Ίσως να σκέφτηκαν, άσε να κάνουν τις δουλειές τους και να ξεκουραστούν αφού παίζουν το βράδυ. Πιστεύω ότι θα έρθουν εκεί, να μας κάνουν και έκπληξη, να μας θαυμάσουν και να μας χειροκροτήσουν.
Καρολάιν: Ας ελπίσουμε να είναι έτσι.
Τα κορίτσια, ανεβαίνουν πάνω για να ξαπλώσουν λίγο και να ξεκουραστούν.


Σκηνή 4:
Το απόγευμα σηκώνονται, ετοιμάζονται για να πάνε στο θέατρο. Να και τα φιλαράκια τους οι Ιταλοί.
Ιουλιανός: Τι έγινε κορίτσια δεν ήρθαν τα φιλαράκια σας;
Καρολάιν: Θα έρθουν μετά.
Ιουλιανός: Καλά, καλά.
Καρολάιν: (νευριασμένα) Θα έρθουν.
Σαββίνος: Ούτε τον πρωθυπουργό να περιμένατε!
Σε λίγο η παράσταση αρχίζει, έχει έρθει και ο κύριος Βενέδικτος να κάνει παρέα στα παιδιά αλλά τα παιδιά πουθενά. Ανησυχούν.
Τελειώνει η παράσταση και πάνε στα καμαρίνια. Εκεί, έχει δύο μπουκέτα για την Καρολάιν και την Μάρη. Τις παίρνουν και ανοίγουν να διαβάσουν τις κάρτες. Οι κάρτες λένε: «Φεύγουμε, συγνώμη αλλά δεν μπορούμε να μείνουμε άλλο. Είμαστε παντρεμένοι και κάναμε μια μικρή πλακίτσα. Δεν μπορούμε να ξαναπαντρευτούμε. Σας ευχαριστούμε για τη φιλοξενία. Αν μας συναντήσετε κάποια μέρα στην Ελλάδα, μη μας μιλήσετε γιατί οι γυναίκες μας δέρνουν. Γεια σας. Γεράσιμος – Παύλος».
Η Καρολάιν βάζει τα κλάματα».
Καρολάιν: Δεν είναι δυνατόν. Φαινόντουσαν τόσο αληθινοί.
Κλαίει και η Μάρη. Αγκαλιάζονται.
Καρολάιν: Τους αγαπήσαμε, γιατί μας κορόιδεψαν. Ας μας λέγανε την αλήθεια ότι είναι παντρεμένοι, εμείς πάλι θα τους φιλοξενούσαμε, σαν φίλοι. Άλλωστε, δεν έγινε και κάτι σημαντικό, ούτε έρωτα δεν κάναμε, νόμιζα ότι σήμερα μετά την παράσταση θα κάναμε.
Μάρη: Ευτυχώς, γιατί μετά θα κλαίγαμε πιο πολύ.
Καρολάιν: Γιατί, γιατί; Και τα λουλούδια τι τα θέλανε; Ας στέλνανε μόνο ένα τριαντάφυλλο. Τι να την κάνουμε τόσο μεγάλη ανθοδέσμη. Ψεύτικη σαν κι αυτούς.
Μάρη: Τι να τις κάνουμε;
Καρολάιν: Αν τις πετάξουμε, θα μας κοροϊδεύουν. Τα παιδιά δεν πρέπει να μάθουν τίποτα.
Μάρη: Εντάξει. Πάω κάτω, να πω στον μπαμπά να μην ανησυχεί και ότι κάτι έπαθαν.
Η Μάρη κατεβαίνει κάτω στην αίθουσα και μπαίνουν στα καμαρίνια οι δύο Ιταλοί.
Ιουλιανός: Τι κάνετε; Πού είναι οι φίλοι σας; Το σκάσανε; Δεν είχαν να πληρώσουν; Γιατί δεν ήρθαν να σας δούνε;
Καρολάιν: Κάτι έτυχε και φύγανε για την Ελλάδα.
Σαββίνος: Α! Πότε θα ξανάρθουν να τους κάνουμε πριβέ παράσταση;
Καρολάιν: Δεν χρειάζεται.
Η Καρολάιν φεύγει κρατώντας την ανθοδέσμη. Οι Ιταλοί γελούν αλλά «γελά καλύτερα όποιος γελάει τελευταίος».

Σκηνή στο λιμάνι:
Το πλοίο έχει βλάβη και έχει καθυστερήσει πολλές ώρες. Τα παιδιά έχουν ξυπνήσει και ρωτούν έναν υπάλληλο, εκεί κάτω, πού βρίσκονται. Ο υπάλληλος είναι ένας από τους μετανάστες που φέρανε πίσω.
Μετανάστης: Κύριε γιατρέ, τι κάνετε; Είστε άρρωστος;
Τα παιδιά τον θυμούνται.
Γεράσιμος: Εσύ τι κάνεις εδώ;
Μετανάστης: Να, με κρατήσανε εδώ για να βοηθάω. Μου δώσανε δουλειά, εδώ στο λιμάνι. Τα παιδιά, με τη βοήθεια του μετανάστη βγαίνουν έξω.
Μετανάστης: Θέλετε κάτι;
Γεράσιμος: Δύο καφέδες διπλούς. Γρήγορα, μη φύγει το πλοίο.
Μετανάστης: Δεν φεύγει. Έχει βλάβη. Αύριο θα φύγει.
Γεράσιμος: Τότε εντάξει. Τι ώρα είναι;
Μετανάστης: Σε λίγο θα ξημερώσει. Ελάτε, πάμε στην καμπίνα μου. Έτσι κι αλλιώς τα εισιτήρια είναι εδώ στο αυτοκίνητο, δεν μας νοιάζει.
Το παιδί, τους πάει στην καμπίνα του να ξεκουραστούν. Πλένονται για να συνέλθουν. Κάθονται στο κρεβάτι.
Γεράσιμος: Τα κορίτσια θα ανησυχούν. Τα λουλούδια θα τα πήγανε, εμείς πουθενά!
Παύλος: Δεν νομίζω να πήγανε τα λουλούδια. Θυμάσε που τους είδαμε έξω από το ανθοπωλείο;
Γεράσιμος: Καλά λες. Κάτι κακό κάνανε. Το πρωί θα δούμε και αν είναι αυτό που υποψιάζομαι, το βράδυ ετοιμάσου για τον πρώτο σου ρόλο.
Παύλος: Δηλαδή;
Γεράσιμος: Ετοιμάσου για ξύλο μετά παραστάσεως. Επάνω στη σκηνή και αν είμαστε καλοί, θα νομίζουν ότι είναι αληθινό το σκηνικό. Θα τους κάνουμε μαύρους, για να μας θυμούνται.
Παύλος: Ε! Δεν έχουμε δουλειά, ούτε ένα ρόλο. Αυτοί παίζουν.
Γεράσιμος: Ε! Σήμερα, θα παίξουμε και εμείς μαζί τους ιταλικά και ελληνικά.
Ο Γεράσιμος και ο Παύλος, ξεκουράζονται στην καμπίνα. Το παιδί, τους φέρνει και πρωινό. Δεν θέλουν να βγουν έξω, μήπως είναι κάποιος και τους γνωρίσει. Χαιρετούν τον μετανάστη, τον ευχαριστούν και του λένε ότι ελπίζουν να τον ξαναδούν. Τους χαιρετάει και εκείνος. Τα παιδιά φεύγουν με το λεωφορείο για την πόλη. Φτάνουν. Τα μαγαζιά ανοίγουν σιγά-σιγά. Φτάνουν στο ανθοπωλείο. Μπαίνουν μέσα.
Γεράσιμος: Καλημέρα (στα ελληνικά).
Κυρία Ελ.: Α! Καλώς τα παιδιά. Εντάξει, τα λουλούδια;
Γεράσιμος: Τα πήγατε;
Κυρία Ελ.: Ναι, δηλαδή δεν τα πήγαμε, περάσανε οι συνάδελφοι. Πήρανε και εκείνοι δύο μπουκέτα και δύο κάρτες μεγάλες, κάτι έγραψαν και τους τα έδωσα να τα πάνε αφού είναι συνάδελφοι.
Τα παιδιά κοιτιούνται.
Κυρία Ελ.: Δηλαδή, αυτοί πήραν λουλούδια και τα δύο μπουκέτα;
Γεράσιμος: Καλά, καλά, ευχαριστούμε.
Βγαίνουν έξω.
Γεράσιμος: Λοιπόν, τι λες Παύλο;
Παύλος: Πέταξαν τα λουλούδια, άνοιξαν τις κάρτες, τις διάβασαν και έδωσαν τις δικές τους. Ποιός ξέρει τι να τις έκαναν τις δικές μας, στα σκουπίδια θα τις πέταξαν.
Γεράσιμος: Πάμε στην μπυραρία.
Εκεί, βρίσκουν την κοπέλα, η οποία προσπαθεί να τους αποφύγει. Με τα λίγα αγγλικά που ξέρει τους εξηγεί:
Φλώρα: Δεν τους έχω δει καθόλου, απ’ εκείνη την ημέρα που φύγατε όλοι μαζί.
Τα παιδιά φεύγουν, βγαίνουν έξω. Η κοπέλα τρέχει και τους λέει:
Φλώρα: Δεν είναι καλά παιδιά, να προσέχετε. Εμένα, ο ένας με κορόιδεψε και μου είπε ότι θα έβγαινε μαζί μου αν σας μεθούσα. Και εγώ το έκανα! Είμαι ερωτευμένη μαζί του. Τι να έκανα; Άλλωστε, δεν νομίζω να σας έκαναν κάτι κακό για να γελάσουν το έκαναν. Να! Το απόγευμα, πέρασαν και μου έφεραν και δύο μπουκέτα λουλούδια για να με ευχαριστήσουν, αλλά το βράδυ δεν ήρθε, ούτε θα ρθει ποτέ, με κορόιδεψε (βάζει τα κλάματα). Συγνώμη, δεν έφταιγα. Συγνώμη.
Γεράσιμος: Εντάξει, δεν πειράζει. Θέλουμε όμως μια χάρη. Να πας και να πεις στα κορίτσια ότι ακριβώς ξέρεις. Ξέρεις, πού μένουν;
Φλώρα: Ξέρω, ξέρω, έρχονται συχνά εδώ. Είναι καλά κορίτσια και καλές ηθοποιοί.
Γεράσιμος: Είμαστε σύμφωνοι; Θα πας;
Φλώρα: Πάω τώρα. Ελπίζω να έχουν ξυπνήσει.
Γεράσιμος: Κάνε μας ακόμα μια χάρη. Πάρ’ τους από ένα τριαντάφυλλο και γράψε στα ιταλικά: «Σ’ αγαπώ, θα βρεθούμε σύντομα, μην το πείτε πουθενά».
Φλώρα: Πάω, πάω.
Γεράσιμος: Και τώρα το σχέδιο. Τα κορίτσια εντάξει.
Παύλος: Πώς θα τους εκδικηθούμε;
Γεράσιμος: Θα φάνε πολύ ξύλο αλλά το θέλω και με ρόλο. Να! Τώρα έπρεπε να είχαμε ένα Σκηνοθέτη.
Παύλος: Δεν πειράζει, θα το παίξουμε χωρίς Σκηνοθέτη, αφού τον ρόλο τον ξέρουμε, λέει: «πολύ ξύλο».
Γεράσιμος: Και άμα μας βάλουνε φυλακή, δεν πειράζει θα μας βγάλουν τα κορίτσια.
Παύλος: Α! Εμένα, δεν μου αρέσει η φυλακή. Έχω πρόβλημα.
Γεράσιμος: Μέχρι που να βγούμε...
Παύλος: Α! πα! πα!
Γεράσιμος: Τότε θα σκεφτούμε κάτι άλλο.
Τα κορίτσια μαθαίνουν την αλήθεια από την κοπέλα της μπυραρίας. Είναι πολύ χαρούμενα, σχεδόν ευτυχισμένα.
Καρολάιν: Είδες, σου το είχα πει. Είναι καλά παιδιά.
Μάρη: Το ήξερα. Βρε τους αλήτες, τι κάνανε. Δεν θα τους ξαναμιλήσουμε. Άλλωστε τελειώνει και η σεζόν. Δεν θα ξαναπαίξουμε μαζί τους. Θα πάμε Ελλάδα να βρούμε δουλειά μαζί με τα παιδιά.
Μόλις μπαίνει ο πατέρας τους στο σπίτι, φωνάζουν χαρούμενες. Τρέχουν, τον αγκαλιάζουν και του λένε τα νέα.
Καρολάιν: Είδες, μας αγαπάνε. Είναι το άλλο μας μισό.
Βενέδικτος: Το ήξερα. Χαίρομαι πολύ που το βράδυ θα έρθουν στο θέατρο. Ποιός ξέρει, γιατί δεν έρχονται εδώ;
Μάρη: Κάτι θα κάνουν...
Καρολάιν: Σαν τι;
Μάρη: Δεν ξέρω, θα δείξει.
Το βραδάκι έρχεται. Το θέατρο έχει φώτα. Η παράσταση αρχίζει. Τα κορίτσια δεν δείχνουν ότι συμβαίνει κάτι. Κάνουν τις στεναχωρημένες. Έτσι, τα κακά παιδιά δεν καταλαβαίνουν τίποτα.
Σαββίνος: Θα βγούμε μετά την παράσταση;
Καρολάιν & Μάρη: Μάλλον θα έρθουμε, να ξεσκάσουμε λιγάκι.
Τα κακά παιδιά είναι χαρούμενα και παίζουν πολύ όμορφα γιατί έχουν την αυτοπεποίθηση ότι τα κορίτσια θα γίνουν πλέον δικά τους. Η παράσταση τελειώνει. Οι ηθοποιοί χαιρετούν. Όταν μπαίνουν μέσα στα σκηνικά, τα παιδιά φορώντας τις στολές των γιατρών, πάνε δίπλα στους δύο νεαρούς. Βγάζουν από την τσέπη τους δύο γιαούρτια μεγάλα και τους το βάζουν, πολύ γρήγορα, καπέλο. Ο κόσμος γελάει, νομίζουν ότι είναι ρόλος για να γελάσουν. Γίνεται χαμός.
Ιουλιανός & Σαββίνος: (φωνάζουν) Πιάστε τους, πιάστε τους.
Τα κορίτσια είναι ήδη έξω και περιμένουν τα παιδιά. Μπαίνουν στο αμάξι και φεύγουν γρήγορα. Μέχρι να πλυθούν και να τους βρουν, θα έχουν πετάξει μακριά. Άλλωστε, θα αναρωτιούνται και θα φοβούνται γιατί τους το έκαναν αυτό. Το κοινό κάνει ερωτήσεις συνέχεια για να βεβαιωθεί αν είναι πραγματικά ρόλος ή κάτι άλλο.
Κοινό: Θα υπάρχει κι αύριο η σκηνή με το γιαούρτι, γιατί πολύ μας άρεσε.
Διευθυντής: Δεν ξέρουμε, θα δούμε.
Κοινό: Εμείς τους θέλουμε. Έχει πλάκα αυτός ο ρόλος.
Διευθυντής: Εντάξει, θα τους πάρουμε να ρίχνουν τα γιαούρτια.
Τα παιδιά πάνε σπίτι, ο κύριος Βενέδικτος τους αφήνει μόνους, έχουν τόσα πολλά να πουν. Πάει για μπυρίτσα στην μπυραρία. Τα παιδιά περνούν μια ονειρική νύχτα. Το πρωί ξυπνούν και τους περιμένει ένα ωραίο πρωινό που ετοίμασε ο κύριος Βενέδικτος.
Γεράσιμος: Μη μου πείτε, ότι τα φτιάξατε εσείς όλα αυτά!
Βενέδικτος: Όχι Γεράσιμε, πήγα στο φούρνο και τα πήρα. Είναι πολύ κοντά απ’ εδώ.
Γεράσιμος: Πώς θα βγάλουμε την υποχρέωση;
Βενέδικτος: Δεν έχετε καμία υποχρέωση. Όταν έρθω και εγώ στην Ελλάδα θα με φιλοξενήσετε.
Παύλος: Να έρθετε και να κάτσετε όσο καιρό θέλετε. Η μαμά μου θα χαρεί να έχει παρέα. Πάντα επιθυμούσε να επισκεφθεί την Ιταλία. Να! Τώρα θα έρθετε εσείς. Το ίδιο είναι.
Γεράσιμος: Κύριε Βενέδικτε, θέλουμε να φύγουμε και τα κορίτσια να έρθουν μαζί μας. Θα βρούμε δουλειά, σας το υποσχόμαστε, θα τις έχουμε όπως πρέπει. Θα τις αγαπάμε.
Βενέδικτος: Αυτό είναι το καλύτερο. Να τις αγαπάτε, όσο για δουλειά θα βρείτε, νέοι είστε ακόμα.
Μάρη: Μπαμπά, μην στεναχωριέσαι.
Βενέδικτος: Όχι, αυτός που θα στεναχωρηθεί θα είναι ο Διευθυντής στο θέατρο.
Καρολάιν: Να! τώρα, θα κλείσουμε για το Πάσχα και μετά θα παίξουν τα κορίτσια που μας αναπληρώνουν. Ε! Ας γίνουν και αυτές πρωταγωνίστριες. Είναι πολύ καλές, θα τα πάνε καλά.
Βενέδικτος: Τότε εντάξει. Για να είστε και υπεύθυνοι σε αυτό που κάνετε, πρέπει και να το σεβόσαστε.
Μάρη: Ναι, μπαμπά. Όλα θα πάνε καλά, θα ετοιμαστούμε και σε λίγες μέρες φεύγουμε για Πάσχα στην Ελλάδα και θα κάνουμε και ιταλικό και ελληνικό Πάσχα και τα δύο μπαμπά. Και ιταλικό που είναι πρώτο και ελληνικό, μας συμφέρει, θα ξεκουραστούμε περισσότερο μέχρι να βρούμε δουλειά.
Βενέδικτος: Εντάξει, θα ρθω κι εγώ στο ελληνικό. Θα κάνω εδώ το δικό μας, θα τελειώσω και το ντοκιμαντέρ και θα ρθω.
Γεράσιμος & Παύλος: Σας ευχαριστούμε πολύ για όλα.
Βενέδικτος: Λοιπόν, φεύγω τώρα για δουλειά. Εσείς αρχίστε να ετοιμάζεστε και μη τα πάρετε όλα τα ρούχα. Το καλοκαίρι θα έρθετε και εδώ.
Καρολάιν: Ναι, θα έρθουμε αλλά πιο πολύ στην Ελλάδα, να κάνουμε και μπάνια και μπορεί να έχουμε και δουλειά μέχρι τότε. Πώς θα φύγουμε; Πρέπει να σεβόμαστε τη δουλειά μας.
Βενέδικτος: Εντάξει, εντάξει. Γεια σας.
Έτσι σε λίγες μέρες φεύγουν για την Ελλάδα. Φτάνουν. Η κυρία Ιουλία τους περιμένει πώς και πώς. Ο Παύλος της δίνει την εικονίτσα.
Παύλος: Άντε, έχεις και τα τυχερά σου μαμά!
Ιουλία: Ευχαριστώ. Τι καλά κορίτσια. Η Φανερωμένη σας τα φανέρωσε.
Παύλος: Ναι... μπορεί να έχεις και δίκιο. Μπορεί, άμα βρούμε και δουλειά τότε σίγουρα πήραμε ευλογία από τον πατέρα Νικηφόρο, άρα έχουμε ελπίδα μαμά.
Ο Γεράσιμος παίρνει τους δικούς του στο χωριό και τους λέει τα νέα.
Γεράσιμος: Θα έρθουμε το Πάσχα. Ετοιμάστε το πασχαλινό τραπέζι.
Πατέρας: Εντάξει. Σας περιμένουμε.

Σκηνή 5:
Σε ένα όμορφο χωριό γυρίζετε το σκηνικό. Πολύς κόσμος. Πάσχα στην Καριά, ψηλά στο βουνό. Όλοι γλεντούν και ο κύριος Βενέδικτος έχει έρθει. Αρνάκια, κόκκινα αυγά, ένα τραπέζι που λέει πολλά!
Το απόγευμα, τα παιδιά παίρνουν τα κορίτσια και πάνε στην Αγάπη ν’ ανάψουν τις λαμπάδες που είχαν ανάψει στην Ανάσταση. Κρατιούνται χεράκι-χεράκι. Τελειώνει ο Εσπερινός της Αγάπης και τα παιδιά βγαίνουν έξω. Αγκαλιάζονται και φιλιούνται. Τότε ανάβουν τα φώτα στο Σινεμά. Το έργο έχει τελειώσει.
Διευθυντής προγράμματος Φεστιβάλ Καννών: Μπράβο παιδιά.
Φεύγετε για το Φεστιβάλ. Το έργο είναι πολύ καλό, μπορεί να πάρετε και βραβείο. Είναι τόσο ελληνικό! Τα παιδιά αγκαλιάζονται. Ο Γεράσιμος, ο Παύλος, τα κορίτσια, ο κύριος Βενέδικτος, η κυρία Ιουλία, οι Ιταλοί φεύγουν όλοι μαζί για τις Κάννες. Για το βραβείο. Πιστεύουν ότι θα το φέρουν στην Ελλάδα. Το βραβείο το παίρνει η ταινία που έγραψε η Σεναριογράφος Ελευθερία Σκουρλή.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου